"Well, I'm gonna get out of bed every morning... breathe in and out all day long.
Then, after a while I won't have to remind myself to get out of bed every morning and breathe in and out...
and, then after a while, I won't have to think about how I had it great and perfect for a while."

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Πάσχα, χωρίς


Τό 'λεγαν και σε μια εκπομπή που έβλεπα πρόσφατα, σχετικά με τον πόνο χωρισμού/θανάτου - δεν τους ξεχώριζε. Τον πρώτο χρόνο, οποιαδήποτε επέτειος είναι ακόμα πιο επώδυνη, επειδή λες "πρώτη φορά χωρίς...".

Όταν έφαγα τη φρίκη που έφαγα Καθαρή Δευτέρα, ξαφνιάστηκα. Σιγά τη γιορτή, έλεγα. Κι όμως. Δεν έλεγε να φύγει από τα μάτια μου η εικόνα σου να τυλίγεις άπειρα ντολμαδάκια με τις ώρες, επειδή "θά 'ρθει η Στέλλα και θα τα περιμένει, είναι το μόνο που της αρέσει εκτός από τα θαλασσινά". Κάθε χρόνο σου έλεγα ότι είναι μπελαλίδικα και σε κουράζουν, σταμάτα τα. Και κάθε χρόνο με το που έμπαινα στο εξοχικό μας, σ' έβλεπα στην κουζίνα γελαστή γελαστή ανάμεσα σε κληματόφυλλα, γέμιση, κατσαρόλα να μου λες "τι του φτιάχνω εγώωω???".

Πέραν των εορτών, υπάρχουν διάφορα άλλα "πρώτη φορά χωρίς" που ούτε τα περιμένεις. Τις προάλλες με την έκρηξη της βόμβας, κρατιόμουν με τα χίλια ζόρια να διώξω από το κεφάλι μου τη σκέψη "θα με είχε πάρει πριν το μάθω καν, τώρα δεν νοιάζεται κανείς" επειδή θ' ανησυχούσες που είναι εκεί κοντά η δουλειά μου. Κι εκεί που θεωρώ ότι "τό 'χω" με πήρε τρομαγμένη η Μ. να δει αν είμαι καλά γιατί έμαθε που μπήκε βόμβα... Απάντησα, κλείσαμε... και μετά το μόνο που κατάφερα να πω ανάμεσα σε λυγμούς στη συνάδελφο ήταν "θα σηκώνεις λίγο το τηλέφωνό μου" και κατέρρευσα. Ούτε ξέρω για πόση ώρα δεν μπορούσα να σταματήσω. Είναι αυτό το ρημάδι που αν μου φύγει και δεν το κοντρολάρω εξ αρχής, μετά δεν σταματάει με την καμμία. Ξεφτίλα. Τον ασταμάτητο. Όπου και να είμαι.

Όπως εκείνη τη μέρα στο τραίνο με την κοπέλα που μιλούσε στο τηλέφωνο με τη μαμά της. Δεν έφτανε το ρεζιλίκι μες το τραίνο, συνεχιζόταν όλο το δρόμο μέχρι το γραφείο, και για λίγη ώρα στο δωματιάκι του φύλακα. Περίμενα να σταματήσει για ν' ανέβω, μη με δουν πάλι έτσι στη δουλειά. Το απέφυγα τότε, τό ζησα με τη βόμβα... τι να κάνουμε? Είπαμε, δεν ξέρω πότε και τι θα μου κάνει κλικ. Τόσες και τόσες φορές άκουσα στο γραφείο τις συναδέλφους να μιλάνε με τις μαμάδες τους, γιατί δεν μου κάηκε καρφάκι? (Το ανέλυσα αργότερα, δεν μπορούσα να το αφήσω έτσι. Η εξήγηση που βρήκα είναι ότι οι συνάδελφοι μιλάνε μες τα μέλια και λένε κάτι "μανούλα μου", "μανουλίτσα μου" και τέτοια. Η κοπέλα στο τραίνο έλεγε στραβωμένη "άσε μας ρε μαμά πρωί πρωί!!!" και τέτοια. Όσο να πεις, πιο οικεία...)

Οπότε για Πάσχα ήμουν πιο ψυλλιασμένη. Μέχρι και τη Μ. Πέμπτη είχα διακυμάνσεις, αλλά σχετικά καλή διάθεση και μάλιστα κανόνιζα που θα πάω για Επιτάφιο και λοιπά. Από τη στιγμή που σηκώθηκα τη Μ. Παρασκευή, δεν την πάλεψα. Τ' ακύρωσα όλα. Συνειδητοποίησα ότι δεν είναι μόνο η βόλτα σε όμορφο μέρος, η περιφορά του Επιταφίου. Τι ήταν αυτό που την έκανε την αγαπημένη και μοναδική μέρα που γουστάρουμε εκκλησία? "Ω γλυκύ μου έαρ"... Θυμήθηκα τους δύο πρώτους επιταφίους μετά τον Γ. μας. Τον πρώτο, σε μαζεύαμε στον περίβολο της εκκλησίας, από το κλάμα. Στον επόμενο δεν βγήκες, έμεινες σπίτι. Είπες, "δεν μπορώ πια να ξαναπάω σ' επιτάφιο, σκέφτομαι το παιδί μας και σπαράζω, με κοιτάνε όλοι και γίνομαι ρεζίλι". Αυτό μ' έκοψε. Τι κανονίζεις, ρε κακομοίρα, σκέφτηκα. Είμαι εγώ ν' ακούσω φέτος δημοσίως το "Ω γλυκύ μου έαρ"? Έκατσα να του κάνω παρέα, δεν βγήκα. Ακούγαμε τη λειτουργία από την τηλεόραση. Πάλευα να το "καταστρέψω" για να μη διαλυθώ. Τού 'πιασα συζήτηση που θ' άναβε τα αίματα. Νά 'ναι καλά κι ο Δήμου, μου έδωσε πολύ ψωμί, θα τσακωνόμασταν ως τώρα.Παπαδαριό κλπ. Έπιασε. Για ώρα.  Μέχρι που ακούσαμε "Αι γενεαί πάσαι...". Πάψαμε και οι δύο. Λύγισα πρώτη, αλλά νομίζω δεν με είδε. Τον είχα και το νου μου. Με το που άρχισε το κλάμμα εκείνος, μου κόπηκε εμένα. Πως όταν μπήκε στην εκκλησία στα σαράντα σου κι έκατσε δίπλα μου? Μαχαίρι, εγώ. Η αγωνία μου μη μας πάθει τίποτα, τα ξεπερνάει όλα. Θα νομίζει ότι δεν σ' έχω κλάψει έτσι ψύχρα που 'μαι μπροστά του.

Τη γλίτωσα από τόσα και τόσα "δραματικά" των ημερών. Έφαγα τη μαγειρίτσα, κι ενώ δεν σε άκουσα να ρωτάς εναγωνίως πριν προλάβω να καταπιώ, αν την πέτυχες, μήπως είναι αραιή, μήπως είναι πηχτή, μήπως είναι αλμυρή, μήπως είναι ανάλατη, στην πρώτη μπουκιά όλα αυτά, κρατήθηκα κι έφαγα σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Κρατήθηκα σ' όλο το δρόμο μέχρι το σπίτι μου, που έβλεπα τις οικογένειες να γυρνούν με τις λαμπάδες τους από την εκκλησία, κι ήξερα ότι εκείνοι πάνε να ξεκινήσουν κι εγώ είχα τελειώσει κι επέστρεφα. Έβαλα μπροστά στη φωτογραφία σου το Φως από την Ανάσταση. Και το βρήκα από το "Στην Υγειά μας".

Μόλις γύρισα σπίτι μου κι άνοιξα τηλεόραση να δω μπας κι έχει τίποτα, ή να βάλω Good Wife, άρχιζε ο Παπαδόπουλος. Νόμιζα ότι σε άκουσα. "Να πάτε να κοιμηθείτε όλοι, σκασίλα μου! εγώ κοιμήθηκα για μεσημέρι για ν' αντέξω να κάτσω με την κόρη μου!" Τό 'χαμε που τό 'χαμε ψιλοδυνατά κι ας κοιμόντουσαν οι άλλοι, τραγουδούσαμε που τραγουδούσαμε σαν να ήμασταν μόνες μας, βάρδα μην έπεφτε κανάς Ζαμπέτας... πώς πεταγόσουν...  "Άααααααλλαααααααααααααα, γειά σου ρε Ζαμπέτααααααα, άνοιξέ το, άνοιξέ τοοοοο". Αν ήταν δε και χασάπικο, θα το χορεύαμε, στάνταρ. Ό,τι ώρα και νά 'ταν. Όπως κι αν ήμασταν. Μπορεί λίγο πριν να κλαίγαμε και οι δύο για τον Γ. που κάτι θα θυμηθήκαμε. Ε, μετά θα χορεύαμε από φοξ αγγλέ, ως χασάπικο.

Είναι πολλά τραγούδια που θυμάμαι να αρέσουν πολύ και στις δυο μας και τα τραγουδούσαμε, όπως το "Ακρογιαλιές Δειλινά", και το χρησιμοποιεί μια διαφήμιση προσφάτως. Ούτε ξέρω τι διαφημίζει, χάλια γίνομαι, νομίζω πάλι ότι ακούω τη φωνή σου να το λέει. Αν δεν αντέχω μια διαφήμιση, βάλε τι παθαίνω με τον Παπαδόπουλο που μου θυμίζει από τα οικογενειακά γλέντια των παιδικών μου χρόνων, μέχρι την ίδια την εκπομπή, έτσι όπως την γλεντούσαμε οι δυο μας τέτοιες μέρες.

Ξέρω ποιο είναι το αγαπημένο σου, για κάποιο λόγο σε συγκινούσε αφάνταστα, το λάτρευες. Είχες πει κιόλας κάποιες φορές "όταν πεθάνω, αυτό να βάλετε στην κηδεία μου". Στην κηδεία σου το μόνο που κατάφερα είναι να παραστώ. Και είδες, πώς. Οπότε στο χρωστάω.

Είναι εντελώς άρρωστο να σου ευχηθώ "Καλή Ανάσταση"?

(Αν φαίνομαι από το τζάμι σε κανά γείτονα, θα μου στείλει τους καλούς κύριους με τις άσπρες ρόμπες... Τόση ώρα γράφω και κλαίω και τώρα χτυπιέμαι στο γέλιο)

Το γνωστό μπλακ χιούμορ μου που δεν άντεχες, σου σηκωνόταν το πετσί και με θεωρούσες αναίσθητη, άκαρδη, και διάφορα με στερητικό -α. Ελπίζω τώρα πια να ξέρεις τι γίνεται μέσα μου κάθε φορά που καταφεύγω σ' αυτό. Και να γελάς αντί να τσατίζεσαι.

Μ' αυτά και μ' αυτά, πήγε 3 η ώρα. Πάλι το ξενυχτήσαμε οι δυο μας μετά την Ανάσταση, ενώ οι άλλοι την έπεσαν. Αν και δεν τον έκλεισα τον Παπαδόπουλο τόση ώρα, ούτε τραγούδησα, και φυσικά ούτε χόρεψα. Για να είμαι ειλικρινής, τον έχω βαρεθεί, για σένα τον έβλεπα.

(Δεν το πιστεύω! Μόλις άρχισε το Ακρογιαλιές Δειλινά... Και το λέει και χάλια ένας... Άντε, θα προσπαθήσω να στο πω εγώ, για καληνύχτα... Έτσι δε μού 'λεγες όταν σκότωναν κανά τραγούδι? "Πες το εσύ ρε Στέλλα που το λες ωραία!")

Σού 'κανα το χατήρι και σου τραγούδησα, αλλά αν και τώρα λένε "έλα να νιώσεις πως ειν η ζωή", λατρεμένο μας φοξ αγγλέ, δεν μπορώ να το χορέψω μόνη μου. ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΛΕΜΕ, μη μου βάζεις ιδέες, γιατί άμα σηκωθώ, μετά θα τους καλέσω από μόνη μου τους κύριους, ντάααξξξ???