"Well, I'm gonna get out of bed every morning... breathe in and out all day long.
Then, after a while I won't have to remind myself to get out of bed every morning and breathe in and out...
and, then after a while, I won't have to think about how I had it great and perfect for a while."

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Καμ μπακ




Δύο άνθρωποι μ’ έχουν πονέσει αβάσταχτα στη ζωή μου. Πόνος. Όχι νεύρα. Όχι θυμός. Όχι πίκρα. Αυτά περνούν κι εξατμίζονται. Ο πόνος μένει. Υπάρχει το τραύμα καλά κουκουλωμένο και δοθείσης αφορμής ματώνεις. Τη δύναμη να μου προκαλέσουν κάτι τέτοιο την έχουν μόνο άνθρωποι που έχω εμπιστευτεί απόλυτα. Κάτι πανδύσκολο για μένα. Συνήθως πιάνουν οι κεραίες μου «πραματάκια», καταγράφονται στον σκληρό, κι όταν μου την κάνει κάποιος με τον α’ ή β’ τρόπο, αφού περάσουν τα ευτελή συναισθήματα, αρχίζει να δουλεύει το μυαλό καθαρά. Κι ανασύρονται τα καταγεγραμμένα «πραματάκια», οπότε φτάνω να πω ότι – ε – δεν μου κάνει κι εντύπωση που έγινε τούτο ή κείνο, θά ‘πρεπε να το περιμένω. Μόνο δύο, λοιπόν, οι περιπτώσεις που άνθρωποι-σταθμοί στη ζωή μου, χάθηκαν από αυτήν με εξαιρετικά επώδυνο τρόπο, κι έμεινα να λέω «δεν μπορώ να το χωνέψω ότι ο Τάδε ή η Τάδε επέλεξε να πράξει έτσι». Άνθρωποι που – ακόμη κι αν δεν γερνούσαμε μαζί όπως πίστευα και ήθελα - νόμιζα ότι θα προτιμούσαν να αποχωριστούν μέλος του σώματός τους παρά να με πληγώσουν.

Είναι πολύ σημαντικό για μένα να καταλάβω και να αιτιολογήσω. 99% το μπορώ. Ας πούμε πως είναι ένα ταλέντο μου αυτή η δυνατότητα ανάλυσης-επεξεργασίας των ανθρώπινων συμπεριφορών. Και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις, παρά το κακό που μου προκάλεσαν (αν και μη συγκρίσιμα μεταξύ τους), μπόρεσα με τον καιρό να κατανοήσω τα αίτια που τους ώθησαν να κάνουν τις επιλογές που έκαναν, με αποτέλεσμα να χωρίσουν οι δρόμοι μας. Δόλος δεν υπήρξε σε καμία περίπτωση. Μέχρι εκεί τα κοινά. Η τεράστια διαφορά έγκειται στο ΠΩΣ το διαχειρίστηκε ο καθένας τους. Η μία περίπτωση είναι «καμμένη» από χέρι, καθώς το εμπλεκόμενο πρόσωπο διαχειρίστηκε την κατάσταση με τον χειρότερο δυνατό τρόπο: «σε θάβω όσο δεν παίρνει, ώστε να βγεις εσύ ο σκάρτος για να μη με κατηγορήσει κανείς και κυρίως να μην κατηγορήσω εγώ εμένα». Και το ακόμη τραγικότερο, η παντελής άγνοια αυτού. Μηδέν αυτογνωσία. Η άλλη περίπτωση – ευτυχώς – σώθηκε λόγω της ανθρώπινης και αξιοπρεπούς διαχείρισης. Η οποία ήταν «λυπάμαι που λόγω της ανεπάρκειάς μου σε δεδομένη στιγμή σου γάμησα τη ζωή ενώ δεν σου άξιζε κάτι τέτοιο». Πλήρης ανάληψη ευθύνης, πλήρης αυτογνωσία, μηδενική απαξίωση προς το άτομό μου. ΤΕΡΑΑΑΑΑΣΤΙΑ η διαφορά. Αν μη τι άλλο δεν χάνεις την εκτίμησή σου σε κάποιον που κάποτε έστησες τόσο ψηλά και του έδωσες το άπαν σου. Το να πέσει ο άλλος στα κατώτερα επίπεδα της τροφικής αλυσίδας στα μάτια σου, είναι απάλευτο. Δεν αντέχεται το «δεν άξιζε». I made my peaceμε την Ν., λοιπόν, γιατί δεν έφτασα – δεν με οδήγησε να φτάσω – να πω «δεν άξιζε».

Η Ν., ουδέποτε είπε κακό για μένα, αντιθέτως μάθαινα από κοινούς γνωστούς ότι μιλούσε για μένα με τα καλύτερα λόγια, ήθελε να μαθαίνει για μένα, νοιαζόταν. Έτσι, εξεπλάγην μεν, αλλά όχι να πάθω και σοκ, όταν μερικά χρόνια μετά τα «γεγονότα» έλαβα από αυτήν ένα γράμμα. Σ’ αυτό το γράμμα, μου εξηγούσε αυτά που είχα πασχίσει να καταλάβω από μόνη μου, ώστε να την δικαιολογήσω μέσα μου, μου ζητούσε συγνώμη για ό,τι μου προκάλεσε εκείνη της η επιλογή/συμπεριφορά και μου έλεγε πόσο της λείπει αυτό που είχαμε, πόσο σπάνιο το θεωρεί να συναντιέται η ζωή σου μ’ ενός ανθρώπου που εκτιμάς τόσο βαθιά, που επικοινωνείς σ’ αυτό το βαθμό, και τέλος ότι αν μπορώ να βρω τη δύναμη να την καταλάβω και να την συγχωρήσω, θα ήθελε όσο τίποτα να κρατήσουμε επαφή, ακόμα κι αν ίσως δεν θα ήταν πια δυνατόν να «γεράσουμε σαν τους γέρους του Μάπετ-Σόου», όπως λέγαμε παλιά.

Μετά από τόσα χρόνια μου επέτρεψα να ξανακλάψω γι’ αυτήν, μιας και τώρα οι λόγοι ήταν εντελώς διαφορετικοί. Ήταν λυτρωτικό το κλάμα. Σίγουρα δεν γυρίζει ο χρόνος πίσω, ούτε αλλάζουν γεγονότα του παρελθόντος που επηρεάζουν τη ζωή μας για πάντα. Αλλά μου είχε φύγει ένα τεράστιο βάρος. Μου διατηρήθηκε το «άξιζε». Αλλιώς ήταν ν’ ακούω από άλλους «η Ν. σ’ αγαπάει πολύ, σε θεωρεί έναν από τους πιο σπάνιους κι αξιόλογους ανθρώπους που έχει γνωρίσει» κι αλλιώς να μου το αποδίδει η ίδια. Ήταν τεράστια ανακούφιση να βλέπω πως μόλις άλλαξαν οι συνθήκες που τότε την οδήγησαν σε κάτι «δραστικό», φρόντισε κατά το δυνατόν να επανορθώσει. Ήταν βάλσαμο για εκείνη την παλιά πληγή η επισφράγιση του «fucking bad timing», και όχι «σε πέταξα σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι».

Γιατί τα σκαλίζω τώρα όλα αυτά? Γιατί πέρασαν ακόμη μερικά χρόνια. Αν τα βάλεις συνολικά, φτάσαμε τα 14. Και μετά από 14 χρόνια, η Ν. μου τηλεφώνησε. Στο διάστημα που μεσολάβησε από εκείνο το γράμμα, έφυγε μόνιμα στο εξωτερικό, οπότε θέλοντας και μη, δεν υπήρχε περίπτωση πλήρους αποκατάστασης των σχέσεών μας. Και ήρθε στην Ελλάδα για κανά δίμηνο λόγω δουλειάς. Και μ’ έψαξε. Και ζήτησε να με δει. Δεν μπορώ να περιγράψω τι ένιωσα. Τόσα ανάμικτα συναισθήματα, δεν νομίζω να έχω ξανανιώσει στη ζωή μου. Η φωνή μου αρχικά είχε αυτό το ξινό/ψυχρό που όσοι μ’ έχουν ακούσει να το χρησιμοποιώ προς κάποιον, προσεύχονται να μην χρειαστεί να το εισπράξουν ποτέ. Αλλά ήταν λόγω της απόλυτης αμηχανίας, του απόλυτου σοκ. Δεν ήξερα τι ένιωθα, για την ακρίβεια αδυνατούσα να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει. Δεν το έκανα επίτηδες. Τα χρειάστηκε, είναι η αλήθεια. Άτομο που ήταν δίπλα της όταν με καλούσε (το οποίο και της έδωσε το τηλέφωνό μου θεωρώντας πως θα χαρώ να την ακούσω), μου είπε εκ των υστέρων, ότι τη λυπήθηκε: «Είχε αλλάξει χρώμα, έτρεμαν τα χέρια της... κι έλεγα, ώρε πούστη μου, φαντάζομαι ΠΩΣ της μιλάει τώρα η Στέλλα... ούτε στον εχθρό μου!». Λίγες κουβέντες μετά είχα κάπως χαλαρώσει και μιλούσα πιο ζεστά κι ανθρώπινα. Ξεθάρρεψε και μου ζήτησε να βρεθούμε.

Πέρασαν λίγες μέρες που δεν έδωσε σημεία ζωής και πίστεψα πως κώλωσε και δεν θα πάρει να βρεθούμε, όπως είχε πει. Ακριβώς τη στιγμή που έλεγα όλη αυτή την ιστορία στην Χ. ενώ πίναμε τις μπυρίτσες μας και ζητούσα τη γνώμη της, ακούγεται από το κινητό μου ήχος ΣΜΣ. Ήταν η Ν.! Μας σηκώθηκε το πετσί. Το spooky, το ίδιο. Δέχτηκα την πρότασή της αν και φρικτά αγχωμένη. 14 χρόνια. Τι να πούμε? Από πού να το πιάσουμε? Πως θα είμαστε? Για καλή μου τύχη, το «κανόνισμα» περιλάμβανε και μερικά ακόμη άτομα από εκείνον τον κύκλο κι εκείνη την εποχή. Φοιτηταριό. Αυτό, με χαλάρωσε κάπως. Παρά ταύτα όμως, έστελνα όλη μέρα σχόλια στην Χ., ότι έχω ταχυκαρδίες, ότι ξεραίνεται το στόμα μου, κι άλλα τέτοια σημάδια τρελού άγχους.

Σήμερα, μετά από αυτήν τη συνάντηση, παλεύω να βάλω σε τάξη τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου. Δεν σου τυχαίνουν και κάθε μέρα αυτά. Too much information, έχω πάθει υπερφόρτωση στο σύστημα. Ξέρω ότι θα μου πάρει καιρό αυτή η διαδικασία, αλλά σίγουρα το γράψιμο με βοηθάει – όπως πάντα – να βάζω μια σχετική τάξη. Ήμουν συνεχώς στα όρια να με πιάσει νευρικό γέλιο ή νευρικό κλάμα. Γλυκές αναμνήσεις, χαμένα όνειρα, παράπονα... ένα απίστευτο συνονθύλευμα,  με κατέκλυζε. Πιθανότατα να επανέλθω, είναι λίγο σαν Λερναία Ύδρα όλο αυτό το πράγμα, αλλά θέλω να καταγράψω κάποιες πρώτες προσεγγίσεις.

Αρχικώς με θύμωσε η διαπίστωση πως είχε παντελή άγνοια των συνεπειών που υπήρξαν στη ζωή μου, λόγω εκείνης της κατάστασης. ΟΚ, μπορούσε να «πιάσει» ένα πρώτο επίπεδο, τα πιο άμεσα και αναμενόμενα, αλλά όοοοολο το υπόλοιπο, δεν «τό ‘χε». Δεν της το εξέφρασα, όπως γενικώς προσπαθούσα να μην βιαστώ να εκδηλώσω κάτι ακραίο, το οποίο δεν θα μπορούσα μετά να το συμμαζέψω, σε περίπτωση που το επεξεργαζόμουν εκ των υστέρων με ψυχραιμία και έκρινα ότι ή είχα εντελώς λάθος ή υπερέβαλλα. Νομίζω πως πολύ καλά έκανα. Γιατί σήμερα σκέφτομαι ότι πιθανότατα δεν μπορώ να της χρεώνω όλο το «μεγαλείο» αυτού που έζησα, διότι από ένα σημείο κι έπειτα ήταν αποκλειστικά δικό μου. Μόνο εγώ έχω την ευθύνη για το ως που επέτρεψα να με επηρεάσουν οι καταστάσεις γύρω μου ή τα συναισθήματά μου ή οι κρίσεις μου. ΟΚ, shit happens. Το πόσο βαθιά θα βυθιστείς σ’ αυτά, ή το αν θα τα τινάξεις από πάνω σου και θα αρχίσεις να τρέχεις, στο χέρι σου είναι.

Η δεύτερη απογοήτευση, είχε να κάνει με κάποιες επιλογές/κινήσεις της που έμαθα ότι μεσολάβησαν. Ήξερα λόγω της στενής μας σχέσης τις πεποιθήσεις της, τις αρχές της... νόμιζα. Γιατί αν και υποτίθεται ότι συμμεριζόμασταν κάποια πράγματα, διαπιστώνω πως μια χαρά τα τσαλαπάτησε όλα για να «κάνει τη δουλειά της». Κάτι που εγώ δεν έκανα ποτέ, αλλά βεβαίως επωμίστηκα και το κόστος του να μην «κάνω τη δουλειά μου». Μμμμ... εδώ οι σημερινές σκέψεις μου δεν απέχουν και πολύ από το ίδιο χθεσινό αρνητικό συναίσθημα, αλλά δεν είναι απογοήτευσης. Ακόμα ψάχνομαι να το βρω τι ακριβώς είναι. Στην ηλικία που έχω φτάσει, δεν ξέρω και κανέναν άλλον εκτός από μένα που να μην βάζει νερό στο κρασί του ή να μην κάνει τα στραβά μάτια όταν πρόκειται να αποκομίσει κάποιο όφελος, οπότε απλά αποδέχομαι - όσο αντέχω - πως είμαι ένα σπάνιο, περίεργο φρούτο, ή πολύ απλά ένας ρομαντικός μαλάκας.

Μαλάκας, βεβαίως-βεβαίως, γιατί κουτσά στραβά, όλοι έκαναν τη δουλίτσα τους, κι εμένα μ’ έφαγαν οι αρχές και οι αξίες. Τι να κάνω? Blame my DNA? Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν μπορώ να τους κατηγορήσω. Ποτέ δεν ήμουν επικριτική με τους γύρω μου. Αν ρωτηθώ, θα πω τη γνώμη μου και τέλος. Ούτε «στα ‘λεγα», ούτε «πως μπόρεσες»... ποτέ δεν τους κολλάω στον τοίχο να το παίξω δικαστής. Δυστυχώς όμως, όπου υπήρξε διάσταση, το εισέπρατταν από μόνοι τους, γινόμουν κάτι σαν καθρέφτης τους, επειδή όσο και να μην μίλαγα, η στάση ζωής μου ήταν περίτρανη απόδειξη της τήρησης αυτών των όποιων αξιών. Έπεφταν λοιπόν στη σύγκριση θέλοντας και μη. Από αυτό προκύπτουν δύο τινά, τα οποία καθορίζουν και το ποιος φεύγει – ποιος μένει.

Υπάρχουν αυτοί που είτε δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους, είτε δεν τα έχουν πολυ-βρεί  μαζί του και αισθάνονται μειονεκτικά με την «τελειότητά μου». Που ανάθεμα το τι σχέση έχω εγώ με την όποια τελειότητα. Αν με ρωτήσετε, ατέλεια βρίσκω αυτήν την έλλειψη ευελιξίας, μόνο μπαστούνια έχω βρει στο δρόμο μου λόγω αυτής. Αυτούς λοιπόν τους πιάνει ένα «α γαμήσου κι εσύ κι ο γρύλλος σου» και παίρνουν μαύρο δρόμο, να μπορούν να παραστρατούν ήσυχοι με το κεφαλάκι τους στην άμμο.

Υπάρχουν ευτυχώς, και κάποιοι που μια χαρά αυτογνωσία και αυτοεκτίμηση έχουν, δεν περιμένουν άνθρωπο-καθρέφτη απέναντί τους για να τους κολλήσει κάτι στη μούρη, οπότε βλέπουν με απλή ανεκτικότητα ή συμπάθεια το κουσούρι μου, όπως βλέπω εγώ τα δικά τους, κι αγαπιόμαστε με τα κουσούρια μας μια χαρά χαρούλα. Νιώθουν ΟΚ με τον εαυτό τους ξέροντας ότι «άνθρωπος είμαι θα κάνω και την κουτσουκέλα μου» αφενός, κι αφετέρου γνωρίζουν πολύ καλά ότι ποτέ δεν θα τους κουνήσω το δάχτυλο, οπότε όχι απλώς δεν με αποφεύγουν, αλλά μ’ έχουν κι ως τον εξομολογητή τους: «Ξέρω ότι εσύ δεν θα έκανες ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά άκου τι έκανα...». Μόνο γέλια ή κλάματα ακολουθούν, αναλόγως του συμβάντος, και στάνταρ αγκαλιές. Παράλληλα, όταν βλέπουν εμένα να αυτοκαταδυναστεύομαι με ηθικά διλήμματα, παλεύουν να με χαλαρώσουν, να με βοηθήσουν σαν να έχω κάποια αναπηρία. Κι όταν για μυριοστή φορά δεν καταφέρω να ξεκολλήσω και κάνω αυτό που «πρέπει», έχουν εκείνοι μια αγκαλιά για μένα, γιατί το μόνο σίγουρο είναι ότι πάλι θα έχω πληρώσει ένα αφόρητο κόστος. Είμαι μαλάκας που χαίρει άκρας εκτίμησης, αν μη τι άλλο...

Για να επανέλθω στην Ν., τώρα, μπορεί κάλλιστα το αρνητικό συναίσθημα, να είναι μία ζήλεια. Ζήλεια για τα όσα έχει κάνει, τα οποία είναι όλα όσα θα ήθελα να είχα κάνει, αλλά δεν. Ζήλεια που τα έκανε με άλλους και όχι με μένα. Πώς να το αποκλείσω? ΟΚ, δεν συμφωνώ με τον τρόπο που τα έκανε, αλλά τα έκανε. Και τα απολαμβάνει. Εγώ, ούτε τα έκανα, ούτε αν τα είχα κάνει ΕΤΣΙ θα μπορούσα να τα απολαύσω, θα μου έτρωγαν τα συκώτια, γαμώ το κεφάλι μου γαμώ. Οπότε, αν πάλι έχει να κάνει με μένα αυτό, πάλι δεν μπορώ να της καταλογίσω κάτι.

Δεν έχω καταλήξει ακόμη κάπου. Δεν ξέρω πώς και πού μπορεί να καταχωνιάσει κανείς όλον αυτόν τον πόνο του παρελθόντος, για να προχωρήσει σ’ ένα αβέβαιο μέλλον με την πηγή πρόκλησής του. Υπ’ ατμόν είμαι ακόμη, προσεκτική, διστακτική, φοβισμένη, και διαολεμένα ψιλοχαρούμενη... (Ναι, ξέρω πόσο psycho ακούγονται όλα μαζί, αλλά είπαμε, ανάμικτα συναισθήματα?) Με βοηθάει κάπως το ότι εκ των πραγμάτων λόγω απόστασης, ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει με όλα τα άλλα μέσα πλην της φυσικής παρουσίας. Για λίγο θα είναι εδώ. Αλλά αυτό το λίγο θα καθορίσει την όποια συνέχεια.

Πέρα απ’ όλο αυτό το «ζύγισμα» και την εκλογίκευση, εξαιρετικά σημαντικό για να αποφασίσω αν και κατά πόσο θέλω και μπορώ να ξαναείμαι μ’ αυτό το άτομο, ήταν το πώς θα ένιωθα όσο θα ανταλλάσαμε τα χνώτα μας, δια ζώσης. Και κατά το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς, ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα, ρε γαμώτο. Η ατάκα που έλεγε όποτε συνέβαιναν διάφορα εντελώς δικά μας ήταν «ωπ! χρονοκάψουλα!» και γελούσαμε όπως τότε. Ένιωθα αυτήν την γλυκιά ασφάλεια που νιώθεις όταν ξέρεις πως κάποιος σε γνωρίζει τόσο καλά, κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Και σ’ αποδέχεται. Γιατί είσαι εσύ.  

Υ.Γ. Όλο αυτό το «σεντόνι» πιάνει κάτι ελάχιστο από όλο αυτό που συμβαίνει μέσα μου, με αφορμή αυτήν την επανεμφάνιση στη ζωή μου. Το ελάχιστο, ΜΙΑΣ πτυχής. Αυτής, της Ν.

Υπάρχει και ΑΛΛΗ πτυχή. Η πτυχή «γιατί εγώ δεν είμαι εκεί που νιώθω ότι ανήκω». Βέεεεεβαια, «ξύπνησε» ΚΑΙ αυτό το ρημάδι... Χθες πήρα μια τζουρίτσα από το υπέροχο – αλλά δυστυχώς μακρινό παρελθόν – του να είσαι εκεί που νιώθεις πως ανήκεις. Αλλά αυτό θα χρειαστεί, όχι σεντόνι, αλλά την Πειραϊκή-Πατραϊκή και το Αιγαίο, μαζί. Κι έχουν κλείσει και οι δύο εταιρείες, ρε γαμώτο. Α, ρε blogάκι μου, τι λεφτά μ’ έχεις γλιτώσει από τις ψυχαναλύσεις...