"Well, I'm gonna get out of bed every morning... breathe in and out all day long.
Then, after a while I won't have to remind myself to get out of bed every morning and breathe in and out...
and, then after a while, I won't have to think about how I had it great and perfect for a while."

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013



Ήταν πριν αρκετά χρόνια της μόδας τα καλτσάδικα. Παντού είχαν ξεφυτρώσει, κι είχα ένα κοντά στη δουλειά. Πειρασμός. Όποτε έμπαινα, όλο και κάτι τσίμπαγα. Τά 'βλεπες και τα ζήλευες. "Μα τι φτιάχνουν οι άτιμοι... Μα τι χαριτωμένα... Κι ό,τι πρέπει για μας που είναι ξύλα τα πόδια μας το βράδυ...". Αλλά όταν σου έλεγα να σου πάρω κι εσένα: "Ααααπαπαπα, για την ηλικία μου είναι αυτά? Αυτά είναι για κοπελίτσες!". Αφού σ' έβλεπα ότι τα λαχταρούσες, έλαμπαν τα μάτια σου με όλη τους την παιδικότητα. Τελικά σου πήρα. Σιγά μη δε σου έπαιρνα. Τι χαρά έκανες! Εν τω μεταξύ, αν ήταν "παιδικά" τα δικά μου, που μέχρι ολόκληρη πλεκτή κουκλίτσα είχε ένα ζευγάρι κολλημένη στο πλάι, βάλε τι θα σού 'παιρνα εσένα. Εσένα, που έκοβα το κεφάλι μου ότι όταν δεν σε κοιτούσε κανείς, θα τ' αγκάλιαζες και θα χοροπηδούσες κάνοντας γουτσουγουλίνια.

Απο το Σάββατο σε μάλωνα και σ' έβριζα. Γιατί δεν ήθελες να πας νοσοκομείο. Οι υπόλοιποι από τη μια ψάρωναν "πως της μιλάει έτσι", από την άλλη απόρησαν πως κατάφερα να σε πείσω να πιεις ένα φάρμακο που πάλευαν να σου δώσουν όλη μέρα και τους έγραφες. "Μου τό 'δωσε η Φράου" τους είπες, κι απ' ότι μού 'παν γέλαγες για το χουνέρι που σού 'κανα. Που πρώτα σε τάισα για να διψάσεις, και μετά αντί για νερό σου έδινα το φάρμακο να πιεις. - "Δως μου, βρε, λίγο νεράκι δεν με λυπάσαι?" - "Όχι, καθόλου. Αν δεν πιεις πρώτα αυτό, νερό δεν έχει". Με το γνωστό "φράου" ύφος μου. Ελπίζω κι εύχομαι να ξέρεις πως ήμουν από μέσα μου. Μάλλον ναι, για να γελούσες μετά όταν τους το έλεγες.

Ποιος άγιος με φώτισε και τη Δευτέρα το βράδυ σού 'κανα γλύκες... Θα πέθαινα από τις τύψεις αν οι τελευταίες μας κουβέντες ήταν σκληρές. Ίσως επειδή είχα ησυχάσει ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό κι ίσως είχες δίκιο πως ήταν απλώς αυτή η ίωση που κυκλοφορούσε, κι ίσως τσάμπα σ' έβριζα που "κάνεις και διαγνώσεις, τώρααααα????"... δεν ξέρω τι "ίσως"... Πάντως σε βοήθησα να κάνεις μπάνιο, δεν σου ούρλιαξα που σε κάθε ζευγάρι πυζάμες που σού 'φερνα, κάτι στραβό έβρισκες και ζητούσες άλλο, παρά σου έλεγα "δεν πειράζει, θα τις πετύχω, τι ακριβώς θες?", σε χουχούλιασα στο πρώην κρεββάτι μου μέχρι ν' αλλάξω σεντόνια στο δικό σας... Κι όταν μού 'πες "τα πόδια μου είναι πάγος" πήγα και σου βρήκα εκείνα τα καλτσάκια. Πάλι πήρες εκείνη τη φατσούλα σαν μωράκι, έλαμψαν τα ματάκια σου όταν τά 'δες, αλλά τα λόγια σου έλεγαν "καλέ, αυτά? αν πάω νοσοκομείο?"... αλλά μια χαρά τα φχαριστήθηκες όταν στα φόρεσα και σού 'τριψα τα ποδαράκια σου να ζεσταθούν. Και τότε μου φίλησες τα χέρια και μού 'πες "την ευχή μου νά 'χεις"... (Τό 'ξερες, ρε γαμώτο? Γιατί δε μού 'λεγες κανά "το λουτρό να κάνεις μην έρθει κανάς άνθρωπος"?)

Πάνω που ζεστάθηκες κι άραξες, σε σήκωσα να σε πάω στο κρεββάτι σας. - "Γιατί??? Πάλι να κρυώσω???" - "Νά είσαστε δίπλα δίπλα, ρε μαμά, αν δεν νιώσεις καλά το βράδυ, να τον σκουντήσεις". Το πρωί πριν φύγω για τη δουλειά με πήραν και μου είπαν ότι το βράδυ δεν ένιωθες καλά και τον σκούντησες. Και ειδοποίησαν τον μεγάλο, εμένα προφανώς όχι λόγω παιδιού. Και σε πήρε με το ασθενοφόρο. Και είσαι, λέει, στην εντατική. Και στη μία, έχει επισκεπτήριο, λέει. - "Που πας ρε Στέλλα, στη μία λέμε, αφού ξέρεις κι από μένα με τις εντατικές, δεν μπαίνεις πιο πριν". Αλλά δεν μπορούσα να σταθώ. Πήρα μερικά πράγματα και σού 'ρθα. Εσύ όμως μέσα έφευγες. Έπρεπε να το καταλάβω όταν φώναξαν νωρίτερα αν είναι κανείς εκεί για σένα. Αφού ξέρω από εντατικές. Δεν μπαίνεις πιο πριν. Εγώ μπήκα. Και στέκονταν όλοι παρατεταγμένοι σαν τις ταινίες. Και πάλι ο εγκέφαλος δεν έπαιρνε το μήνυμα. Και ο γιατρός το διατύπωσε με όλους τους δυνατούς τρόπους, με κάθε σχετικό ευφημισμό. Λουκέτο ο εγκέφαλος. Άρνηση. Εγώ το ξεστόμισα, για να λάβω ως απάντηση συγκαταβατικά νεύματα. Μια καρέκλα κι ένα λεξοτανίλ.

"Αν είστε λίγο καλύτερα... συγνώμη κιόλας... αυτά είναι δικά σας". Δεν μου τα δώσατε όλα, ρε παιδιά. Τα κοίταξα. Μου λείπει μία μαμά κι ένα καλτσάκι.