"Well, I'm gonna get out of bed every morning... breathe in and out all day long.
Then, after a while I won't have to remind myself to get out of bed every morning and breathe in and out...
and, then after a while, I won't have to think about how I had it great and perfect for a while."

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

"Γράψτε πώς περάσατε την Καθαρή Δευτέρα"




Εγώ, κυρία, φέτος είχα πολύ αγωνία για την Καθαρή Δευτέρα. Για πρώτη φορά μου είχε ζητήσει αυτό το αγοράκι που μένει μαζί μου και με λέει μαμά, να πετάξει χαρταετό. Βλέπετε επειδή αυτό πάει μικρότερη τάξη δημοτικού, από μένα περιμένει...

Ως τώρα φτηνά την είχα γλιτώσει, αλλά ήρθε η ώρα που το ζήτησε. Όπως σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση πήρα το καθησυχαστικό ύφος της μεγάλης και με στιβαρή φωνή του είπα: «Βεβαίως, γιατί όχι». Φυσικά φρόντισα να προετοιμάσω το έδαφος για ενδεχόμενη αποτυχία, λέγοντας και διάφορα «οι χαρταετοί δεν σηκώνονται πάντα... η προσπάθεια μετράει... όλη η πλάκα είναι στην προσπάθεια, άμα σηκωθεί και πετάει, απλά τον κοιτάς και είναι ψιλοβαρετό...».

Πήγαμε να διαλέξουμε όποιον του αρέσει και μαζί μ’ αυτόν που πήρε, αγόρασα κι ένα κουβάρι σπάγκο, θεωρώντας πως για να τους έχουν σε ράφια πάνω από τους χαρταετούς, χρειαζούμενος θα ‘ναι. Επειδή κάπως-που-ποτέ-δεν-κατάλαβα-πως πέρασαν πολλάααααααα πολλά χρόνια από πρόπερσι που πήγαινα στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, πάσχιζα να ανακαλέσω μνήμες απ’ όταν με πήγαινε ο μπαμπάς μου να πετάξουμε αετό. Πρώτο πρώτο μου ‘ρθε το γνωστό «αμόλα καλούμπα» και έτσι θυμήθηκα ότι τον σπάγκο – που τι καλά έκανα και σκέφτηκα να τον αγοράσω – πρέπει να τον φτιάξω σε καλούμπα. Μ’ έναν μαγικό τρόπο, τα χέρια πήγαιναν σε 8άρια από μόνα τους... τι θυμάται το σώμα... Μετά άνοιξα τη συσκευασία του χαρταετού να δω αν χρειάζεται κάποια προεργασία και μ’ αυτόν, τι σπάγκο έχει για να ενώσω με αυτόν της καλούμπας...

Η αγωνία μου κορυφώθηκε. Μια λειψή ακρούλα σκοινάκι... Άγιο είχα που πήρα εκείνο το σπάγκο, δεν ήταν το κατιτίς έξτρα, ο βασικός ήταν, αφού η συσκευασία δεν περιείχε. Ουρά? Ουφ, να η ουρά... Ναι... Χώρια... Που πάει αυτό τώρα?... Εκεί θύμωσα λίγο, κυρία, κι είπα και μερικές κακές λέξεις, αλλά δεν με άκουγε κανείς. Εγώ νόμιζα πως τον αετό, ή κάθεσαι στα πλακάκια της αυλής και μετράς/κόβεις βεργούλες, πασαλείβεσαι με ατλακόλ, χαρτιά γυαλιστερά, κλπ, όπως έκαναν τέτοια εποχή τα μεγαλύτερα ξαδέρφια μου, ή πας και τον αγοράζεις και ξεμπερδεύεις. Αγοράζω – πετάω, τέλος. Ευτυχώς που είμαι και λίγο έξυπνο παιδάκι (ε, κυρία, ε; ε; ε;) κι έστυψα το μυαλό μου να βρω τη λογική του. Κάτι κουτσοέκανα από μόνη μου, αλλά όσο κι αν το μισώ αυτό, χρειαζόμουν βοήθεια, οπότε κάποια στιγμή που το παιδάκι ήταν έξω κι έπαιζε, ούρλιαξα το κλασσικό «μπαμπάααααα!!!!!!!!!!» κι εμφανίστηκε ο ήρωας των παιδικών μου χρόνων. Μου έδειξε δυο-τρία βασικά πραγματάκια, μετά όμως τά ‘κανα όλα μόνη μου, αλήθεια, κυρία! Δεν είχα κι επιλογή δηλαδή, γιατί το παιδάκι είχε ξαναμπεί κι έβλεπε.

-       Μαμά, ο παππούς θα έρθει μαζί μας?
-       Όχι, αγάπη μου, ο παππούς είναι πια πολύ μεγάλος για κάτι τέτοιο.
-       Καλά, μη φοβάσαι, θα ‘ναι εκεί κάποιοι μπαμπάδες, θα μας βοηθήσουν άμα δεν μπορείς.
-       Καλέ, τι να φοβηθώ? Δεν έχουμε ανάγκη κανέναν ξένο μπαμπά, ήδη μου έχει πει κάποια πράγματα ο παππούς, θα τον πετάξουμε μόνοι μας.

Να βλέπατε τι πειστική που ήμουν, κυρία! Κόντευα να με πιστέψω κι εγώ!

Έβαλα στις τσέπες μου κάτι γκουμούτσες λαγάνα, και φύγαμε. Φτάσαμε και βρήκαμε ήδη αρκετό κόσμο και χαρταετούς στον ουρανό. Ο αέρας ήταν ευνοϊκός, δεν μπορώ να πω. Όμως εμένα είχαν αρχίσει να ιδρώνουν τα χέρια μου. Ήλπιζα να δω κάποιους ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ που τον σηκώνουν και να ξεσηκώσω τις κινήσεις τους, αλλά το θέαμα ήταν άλλο. Από τη μία πλευρά ήταν παρατεταγμένες μαμάδες με σπαστά τραπεζάκια που είχαν απλωμένα σαρακοστιανά πάνω σε καρώ τραπεζομάντηλα και άλειφαν ταραμοσαλάτα σε κομμένες με μαχαίρι φέτες λαγάνας. Αυτόματα σκέφτηκα τις δικές μου «κομμάτες», που είχα στραμπουλήξει βιαστικά από τη λαγάνα, κι είχα παραχώσει στις τσέπες του μπουφάν, για άμα πεινάσει το παιδάκι. Δεν με πήρε από κάτω όμως, γιατί εγώ δεν τά ‘χα τυλιγμένα σε καρώ κοινότυπες πετσετούλες, αλλά σε χαρτοπετσέτα-500εύρω, αμέ! Κι από μεζέδες, απ’ όλα του ‘χα στο σπίτι, αφού εκεί θα γυρνούσαμε, δεν είχαμε έρθει μονοήμερη από Αθήνα, στο εξοχικό μας ήμασταν. Επίσης... ΑΥΤΕΣ ΞΕΡΟΥΝ ΝΑ ΠΕΤΑΝΕ ΧΑΡΤΑΕΤΟ, Ε? ΞΕΡΟΥΝ? ΞΕΡΟΥΝ? Γιατί ακριβώς απέναντι από κάθε «πάγκο» τους, αντιστοιχούσε ένας μπαμπάς με από τουλάχιστον ένα παιδάκι κι έναν χαρταετό στον αέρα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν σ’ αυτήν τη θέση, έχω ξανανιώσει πάμπολλες φορές την ανάγκη να γίνω «δύο άνθρωποι ταυτόχρονα» για να μην νιώσει το παιδάκι ότι έχει κάτι λιγότερο απ’ όλους τους άλλους γύρω του. Του ‘σφιξα ασυναίσθητα λίγο παραπάνω το χεράκι του και όταν βρήκαμε που θα «στηθούμε» του ‘σκασα ένα γερό φιλί και του ‘πα «ΠΑΜΕ       !». Μού ‘χαν κοπεί τα πόδια, αλλά δεν τον άφησα να καταλάβει τίποτα, ήταν μες την καλή χαρά, αυτός πετούσε ήδη πολύ ψηλότερα απ’ όλους τους χαρταετούς.

Οι πρώτες προσπάθειες ήταν τραγικές. Τρελές σβούρες και βουτιά στο έδαφος «με το κεφάλι». Τον μάζευα, τον σενιάριζα και φτου κι απ’ την αρχή. Τα ίδια. Ένιωθα σαν τον χαρταετό, Η ταύτιση. Κι εγώ γκρεμοτσακιζόμουν, σαν εκείνον. Ήθελα να βάλω τα κλάμματα και να φύγω, κυρία. Έβλεπα τους γύρω μπαμπάδες να μας δείχνουν και να γελάνε με τα παιδάκια τους. Όχι κακοπροαίρετα οι άνθρωποι, προς Θεού, είναι σύνηθες κάτι τέτοιο. Αφού κι εμείς γελούσαμε. Δεν με τσάκισε αυτό. Με τσάκισε που άρχισα να βλέπω απογοήτευση στα πρώην χαρούμενα ματάκια. Μου γύρισε το μάτι ανάποδα, κυρία. Ήταν λες κι έγινε ξαφνικά ζήτημα ζωής και θανάτου το πέταγμα του αετού.

Το τι μπορεί να επιστρατεύσει το μυαλό σε ώρα ανάγκης, θα με εντυπωσιάζει πάντα. Δεν ξέρω από πού κι από πότε ανακλήθηκε αυτή η μνήμη, αλλά θυμάμαι που άκουγα μικρή όταν βλέπαμε αετό να συμπεριφέρεται έτσι, να λένε «δεν είναι καλά ζυγιΑσμένος». Τον ξαναπήρα στα χέρια μου κι άρχισα να «μετράω» τις αποστάσεις. Είδα ότι από τη μία γωνία σαν να ήταν λίγο παραπάνω το σπαγκάκι. Το ‘φερα μια βόλτα γύρω από το ξυλάκι που εξείχε στη γωνία για να το κοντύνω. Ίσιωσε. Αλλά πως θα σταθεί? Δεν είχα τίποτα μαζί μου. Ξυπνάει κι ο Μαγκάιβερ, κι αρχίζω να ψάχνω στον περιβάλλοντα χώρο για καμιά πατέντα. Βρήκα ένα μπλιμπλίκι, σαν μίσχο φυτού ή κάτι τέτοιο, και τό ‘δεσα. Ήταν η τελευταία μου ελπίδα και η τελευταία μου προσπάθεια. Δεν είχα ιδέα αν κάνω απελπισμένες χαζομάρες ή σωστές κινήσεις, μόνο με το ένστικτό μου, το πείσμα μου και την όποια λογική μου πάλευα. Οι κοντινότεροι «γείτονες» με κοιτούσαν με περιέργεια για το τι στο καλό κάνω κι αν θα πιάσει. Το πιτσιρίκι αρχίζει πάλι να ελπίζει, γιατί «είναι η μαμά μου, άρα ξέρει τι κάνει».

Δεν ξέρω, κυρία, γιατί είχε πάρει τόσο εξωφρενικές διαστάσεις όλη αυτή η διαδικασία μέσα μου. Αλλά ένιωθα λες και κρεμόταν όλη μου η υπόσταση, όλη μου η αξιοπρέπεια, όλη μου η αγάπη γι’ αυτό το πιτσιρίκι και αν και κατά πόσο είμαι άξια να του προσφέρω μόνη μου όλα αυτά που πιστεύω πως αξίζει, όπως και το κάθε παιδί άλλωστε. Πολλοί γονείς το βιώνουν αυτό για τον έναν ρόλο που έχουν, κι εγώ έχω ν’ αναρωτιέμαι για δύο ρόλους. Ο χαρταετός ήταν πανάλαφρος, κι εγώ ένιωθα σαν τον Άτλαντα από το βάρος που σήκωνα. ΕΠΡΕΠΕ να πετάξει. ΟΦΕΙΛΕ να πετάξει.

Δεν υπάρχουν λόγια, κυρία, να σας περιγράψω τι ένιωσα όταν άρχισε να πετάει και βάλτε μου ό,τι βαθμό θέλετε, αδυνατώ να βρω λέξεις. Μπορώ να σας περιγράψω όμως τι γινόταν. Κι αυτό που γινόταν είναι... χαμός! Εμείς ουρλιάζαμε και χοροπηδούσαμε, οι κοντινοί μπαμπάδες με τα παιδάκια μας χειροκροτούσαν και φώναζαν «μπράβοοοο» - είχαμε γίνει η ατραξιόν τόση ώρα, βλέπετε... – κι ο «Πειρατής» μας ανέβαινε όλο και πιο ψηλά, αγέρωχος!

-       Μαμά, γιατί οι άλλοι χαρταετοί είναι τόσο πιο ψηλά από τον δικό μας?
-       Γιατί μπορείς να ενώσεις καλούμπες και να μακρύνεις τον σπάγκο (φτουουουου, ΤΩΡΑ βρήκε να μού ‘ρθει αυτή η πληροφορία από τα έγκατα του μνημονικού μου?) Αλλά των άλλων φαίνονται πια σαν μακρινές κουκιδίτσες, ενώ ο δικός μας διακρίνεται ολοκάθαρα, μπορείς να βλέπεις τον «Πειρατή» που διάλεξες, ε?
-       Ναιαιαιαιαιαι!!!!!!!!
-       Θες λαγάνα? έχω στην τσέπη μου...
-       ΕΙΣΑΙ ΤΕΛΕΙΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Όχι, κυρία, δεν τά ‘μπηξα εκείνη την ώρα, κρατήθηκα. Οι βρύσες άνοιξαν πολύ αργά το βράδυ, όταν έμεινα μόνη μου στο σπίτι που επέστρεψα. Αρχικώς απλά εκτονώθηκε η ένταση, περνούσαν σαν ταινία μπροστά διάφορες Καθαροδευτέρες, και δεν ήξερα γιατί πρωτοέκλαιγα. Μετά ήξερα. Μετά έκλαιγα γιατί θα ‘ρθει η στιγμή που ο «υπερήρωάςμου» δεν θα εμφανίζεται μετά το «μπαμπάαααααα!!!!!!!!». Και ακόμα πιο μετά, γιατί θα πρέπει να εμφανίζομαι ΕΓΩ μετά από κάποιο «μαμάαααααα!!!!!» και δεν νιώθω και τόσο υπερήρωας. Μόνο υπερήρωας που δεν νιώθω, κυρία.