"Well, I'm gonna get out of bed every morning... breathe in and out all day long.
Then, after a while I won't have to remind myself to get out of bed every morning and breathe in and out...
and, then after a while, I won't have to think about how I had it great and perfect for a while."

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

ΚΑΘΑΡΗ, ΠΟΤΕ


(συνέχεια)

Ο δεύτερος λόγος, λοιπόν...

Είχα αραιώσει πολύ το γράψιμο στο μπλογκ μου, γιατί αισθανόμουν ότι τά ‘χω πει όλα. Μετά τό ‘κοψα τελείως, γιατί είχα ένα σκασμό πράγματα που έγραφα, αλλά για προσωπικούς λόγους δεν ήθελα να δημοσιευθούν. (Τέτοιες περιπτώσεις στα χρόνια που λειτουργεί το μπλογκ μου, πάντα υπήρχαν, απλά πλέον ήταν μόνο τέτοιες). Δεν το έκλεισα ποτέ όμως. Για λόγους που ανέφερα σε παλαιότερη ανάρτηση και γιατί μπορεί και νά ‘ξερα κατά βάθος, ότι θά ‘ρθει η μέρα που θα νιώσω πάλι την ανάγκη να ξαναγυρίσω στον «τόπο του εγκλήματος», έστω και πρόσκαιρα, ή έστω ακόμα-ακόμα και για μία μόνο ανάρτηση. Αρκεί να με «τσίγκλαγε» κάτι... Κι αυτό το κάτι ήταν μια «ανακάλυψη» ας την πούμε, η οποία όμως κατ’ ουσίαν ήταν επιβεβαίωση. Πολύ σημαντική για μένα, για ό,τι είμαι. Ένιωσα λοιπόν πως πρέπει να υπάρχει κι εδώ, γιατί αυτό το «εδώ», εγώ είμαι. Κι ήθελα νά ‘ρθω να μου το πω. Κι όπως κατά καιρούς ανατρέχω και με διαβάζω και με ξαναθυμάμαι, να συναντώ κι αυτήν την επιβεβαίωση του έτους 2012 και να την επεξεργάζομαι το εκάστοτε έτος που θα είναι τότε. Να δω αν θα εξακολουθώ να φοράω μωβ γάντια κι αν θα me διακατέχει ένα curly spirit

Σ’ αυτό το μπλογκ υπάρχουν τα πάντα μου. Οι ιδέες, οι σκέψεις, οι θεωρίες, τα πιστεύω μου. Τα καλά μου, τα στραβά μου, τα μαύρα μου, τα άσπρα μου. Σαν ένα ημερολόγιο που θες να το μοιραστείς. Όλα. Ένα «εγώ» σε μορφή μπλογκ. Είναι κάπως σαν «ανοιχτές» συνομιλίες με τον εαυτό μου, ένα πράγμα. Πάντα ευθείς και ειλικρινείς, χωρίς τίποτα ωραιοποιημένο για να είναι αρεστό. Έτσι, όσοι γνώρισαν πρώτα την «διαδικτυακή εμένα», και μετά την «πραγματική εμένα», είδαν πως δεν υπάρχει διαφορά από τη μία μορφή στην άλλη. Κι αυτό το άτομο - ανεξαρτήτως της «μορφής» που το γνώρισε, λίγη σημασία έχει αφού πρόκειται για το ίδιο και το αυτό - ο καθένας το κατέταξε όπου νόμιζε, και πολύ καλά έκανε. Εμένα αυτό δεν με αφορά και δεν με αφορούσε ποτέ. Αυτό που με αφορά, είναι πως όλοι, ευθύς εξαρχής, ήξεραν πως «what you see is what you get» και δεν ξεγέλασα ποτέ μου άνθρωπο.

Υπάρχουν πολλοί γύρω μας που κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Άλλοι εν γνώσει τους και άλλοι εν αγνοία τους. Οι πρώτοι για να εξαπατήσουν και οι δεύτεροι επειδή για τον άλφα ή βήτα λόγο είναι ήδη εξαπατημένοι από τον εαυτό τους, κι έτσι έχουν πρωτίστως οι ίδιοι μια στρεβλή εικόνα του εαυτού τους, άρα εκ των πραγμάτων, περνούν στους γύρω τους λάθος μηνύματα. Με τους πρώτους, δεν ασχολούμαι, άτομα χωρίς συνείδηση, μακριά από μας. Για τους δεύτερους, πάντα υπάρχει η ελπίδα να «ξυπνήσουν», αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει πως θα έχουν την ικανότητα κάποια στιγμή να αναγνωρίσουν/παραδεχτούν πως κάτι δεν πάει τόσο καλά όσο νομίζουν. Δείγματα ότι «κάτι δεν πάει καλά»? Πάμπολλα. Αν δεν φοράς παρωπίδες, τα βλέπεις. Αν φοράς? Δε πα να σού ‘ρχονται κατάμουτρα με φωσφορίζοντα βελάκια... Αν δεν αναγνωρίζεις τα δείγματα ή κάτι πας να μυριστείς, αλλά επιβάλλεις στον εαυτό σου στρουθοκαμηλισμό επειδή είναι ευκολότερος, είσαι απλά άξιος της μοίρας σου. Και ζεις με τους εφιάλτες σου, κυριολεκτικά και μεταφορικά. (Αν δεν έχεις εφιάλτες, απλά ανήκεις στους πρώτους, σ’ αυτούς που δεν έχουν συνείδηση).

Πέρασα μία περίοδο από αυτές που άλλοι τις λένε «ενδοσκόπησης», άλλοι «ψαξίματος», άλλοι «αναδρομής»... δεν έχει σημασία πως λέγονται. Σημασία έχει πώς βγαίνεις από αυτές. Γιατί θέλοντας και μη, γίνονται επαναξιολογήσεις, απολογισμοί...

Λυπάμαι όσους βγαίνουν από μια τέτοια διαδικασία αναθεωρώντας. Φαντάζομαι θα πονάει πολύ να καταρρίπτονται όλα όσα νόμιζαν/θεωρούσαν/πίστευαν. Όσα λάθη τους στοίχισαν και βλέπουν πια πού οφείλονταν. Όμως τους βγάζω το καπέλο, που μπήκαν σε μια τόσο επώδυνη διαδικασία, όταν το εύκολο θα ήταν να παραμείνουν με το κεφαλάκι τους βουτηγμένο στην άμμο. Αν μάλιστα καταφέρουν να γκρεμίσουν και ν’ αλλάξουν δια παντός όλα τα στραβά που τους αποκαλύφθηκαν, με ΟΠΟΙΟ κόστος, και προχωρήσουν βάσει αυτών που ανακάλυψαν για τον εαυτό τους και για τα θέλω τους... είναι νικητές. Και τους αξίζει ένα μεγάλο μπράβο. Αιωνίως χαμένοι και αιωνίως για λύπηση, για μένα θα παραμείνουν πάντα, όσοι δεν βουτήξουν μέσα τους ποτέ.

Εγώ βούτηξα. Με τρόμο. Δεν κάνω την γενναία, καμία σχέση. Ίσα ίσα, δεν ντρέπομαι να πω, πως με αφορμή μια υφιστάμενη επώδυνη κατάσταση, βρήκα το θάρρος να το κάνω, σκεπτόμενη «πόσο πιο χάλια μπορεί να γίνω»? Δεν έχει σημασία η αφορμή, η απόφαση μετράει. Ας βρει ο καθένας το κίνητρο που του ταιριάζει. Μου πήρε πάρα πολύ καιρό. Μα πάρα πολύ. Και λογικό είναι, δεν γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη αυτές οι «δουλειές»... (σαν φασίνα το βλέπω, όντως!). Το άφηνα να συμβαίνει. Δεν βιαζόμουν να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα, απολάμβανα τη διαδικασία. Και λέω «απολάμβανα» γιατί ήταν το μόνο ευχάριστο που συνέβαινε σε μία περίοδο κατά την οποία εγώ «πλήρωνα» το τίμημα της κοσμοθεωρίας μου, καθώς αυτή με είχε φέρει κατά κάποιον τρόπο σε εκείνη την κατάσταση. Ζύγιζα και ξεκαθάριζα, ζύγιζα και ξεκαθάριζα, ζύγιζα και ξεκαθάριζα.

Όσο έβλεπα τη ζυγαριά να γέρνει υπέρ της κοσμοθεωρίας μου, τόσο λίγοτερο επώδυνα κατέβαλλα το εν λόγω τίμημα. Αυτή ήταν μια συναρπαστική ανακάλυψη για μένα. Πλήρωνα και το «φχαριστιόμουν» τρόπον τινά, όχι από κάποιο άρρωστο μαζοχισμό, αλλά επειδή η πληρωμή συνοδευόταν από ένα «χαλάλι», το οποίο όσο πήγαινε και γινόταν πιο σίγουρο και ισχυρό. Αυτός ήταν κι ο σκοπός της ενδοσκόπησης άλλωστε. Αν ανακάλυπτα ότι «πλήρωνα τζάμπα και βερεσέ», θα κατέληγα στο συμπέρασμα ότι «κάτι δεν πάει και πολύ καλά με την κοσμοθεωρία μου». (Και τότε – υποθέτω ξεκινάει κάποιος δεύτερος γύρος, όπου χρειάζεται κανείς να βρει που κάνει το λάθος.)

Ευτυχώς εμένα όλο και ενισχύονταν οι πεποιθήσεις μου, γι’ αυτό πήγαινα από το καλό στο καλύτερο ως ψυχική διάθεση. Και οι «καταβολές τιμήματος» συνεχίζονταν... Θά ‘χετε όλοι παρατηρήσει ότι σε περιόδους εορτών, υπάρχει μια... προσαύξηση! Ναι, ναι, σαν το δώρο Χριστουγέννων, το δώρο Πάσχα στα μαγαζιά... κάπως έτσι. Οπότε αφού πλήρωσα την προσαύξηση Γενεθλίων, την προσαύξηση Ονομαστικής Εορτής, περίμενα έντρομη να δω τι σκατά θα πληρώσω για Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Στα Χριστούγεννα, είχα πέσει αρκετά μέσα στις προβλέψεις μου. Οπότε λίγο η σωστή πρόβλεψη, λίγο το όλο και πιο ενισχυμένο «χαλάλι»... την πάλεψα. Η πουτάνα η Πρωτοχρονιά ήταν πέρα από κάθε πρόβλεψη... Είπαμε, κύριος, πόσο κάνει, να πλερώσω... αλλά όχι κι έτσι!!! Τά ‘δα όλα. Όλα όμως.

Και κάπου εδώ θά ‘ρθω να να κάνω τη σύνδεση με το Α΄μέρος, που αφορούσε τον Καρλ από το «Καθαροί, Πια». Ο ακρωτηριασμένος Καρλ που μ’ ό,τι του απέμεινε χορεύει σε πείσμα των Πάντων. Αυτή η σκηνή είναι πάντα μέσα μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και σε πρώτο επίπεδο. Είναι κάπου βαθιά, και δοθείσης αφορμής έρχεται κατά καιρούς στην επιφάνεια. Π.χ. υπήρξε κάτι, που παρέπεμπε ευθέως στον ακρωτηριασμό του Καρλ, αλλά που τη δεδομένη στιγμή δεν ήμουν σε θέση να το αντιληφθώ. Αφορά την έναρξη από ένα κείμενο που έγραψα κάποια στιγμή, από αυτά που δεν δημοσιεύω. (Πριν περάσω «δεύτερο χέρι» τα γραφόμενά μου, εδώ είχα το εν λόγω απόσπασμα, προκειμένου να γίνει σαφέστερο αυτό που θέλω να πω. Μετάνιωσα όμως, δεν αφορά το παρόν, και ίσως δημιουργηθεί σύγχιση).

Κι ερχόμαστε σ’ ένα Πρωτοχρονιάτικο πάρτυ, όπου όλοι χορεύουν, κι εγώ, ΕΓΩ, που όλοι ξέρουν ότι δεν βάζω κώλο κάτω στα πάρτυ, είμαι παλουκωμένη σε μία καρέκλα, με το μπανταρισμένο πόδι μου πάνω σ’ ένα σκαμπώ κι ακουμπισμένες δίπλα μου ένα ζευγάρι πατερίτσες. (Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς, με τόσο άπλετο χρόνο που είχα στη διάθεσή μου, όντας καθηλωμένη στο σπίτι, σε τι επίπεδα είχε φτάσει η ενδοσκόπησή μου τις αμέσως προηγούμενες μέρες. Το «ζύγισμα» έδινε κι έπαιρνε. Κάπως έτσι θυμήθηκα κι εκείνο το κείμενο για το οποίο κάνω λόγο παραπάνω, αλλά πάλι δεν μου έκανε κλικ σε σχέση με τον Καρλ.) Είμαι σ’ αυτό το πάρτυ, λοιπόν, όπου κάποιοι ξέρουν τον συναισθηματικό τραυματισμό που έχει προηγηθεί και όλοι – γιατί είναι προφανής – τον σωματικό τραυματισμό του παρόντος. Ανά διαστήματα, όπως μιλάω με διάφορους, εισπράττω τύπου «συγχαρητήρια» που βρίσκομαι εκεί, έστω κι έτσι, που δεν το βάζω κάτω, που τι δυνατή που είμαι, κλπ. Με ρωτάει μια κοπέλα «που τη βρίσκεις τη δύναμη? γιατί φαίνεται πως δεν είναι προσποιητό όλο αυτό, φαίνεται στο πρόσωπό σου που λάμπει, το πόσο καλά είσαι!» κι εγώ στέκομαι λίγο να σκεφτώ την απάντησή μου. Ήξερα ήδη, πως αφού μετά από τόοοοσο καιρό η ζυγαριά δεν έπαψε να γέρνει υπέρ μου, ό,τι κι αν της έβαζα από την άλλη, ακόμα και την ασήκωτη-από-το-βάρος-γαμημένη-Πρωτοχρονιά, το πιθανότερο ήταν να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι «τελικά, χαλάλι για όλα, αφού δεν αλλάζω τίποτα απ’ όσα πίστεψα και υποστήριξα στη ζωή μου». Όμως σαν κάτι να περίμενα ακόμα... κάτι σαν επίλογο? δεν ξέρω ακριβώς... σαν «επισφράγιση»? μάλλον κάτι τέτοιο... Οπότε γι’ αυτό κοντοστάθηκα πριν απαντήσω. Είπα ένα θα σου πω μετά, και την «άφησα» να εκσφενδονιστεί προς την «πίστα», στο άκουσμα της έναρξης ενός τραγουδιού, που προφανώς γούσταρε να το χορέψει.

Κι εκεί, σε μια φαινομικά αδιάφορη στιγμή, ακούω ένα φαινομενικά αδιάφορο τραγούδι, που ποτέ δεν στάθηκα ν’ «ακούσω» τους στίχους του, δεν ήξερα γιατί μιλάει, το θεωρούσα ένα τραγουδάκι της μοδός, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μου άρεσε, μου άρεσε και πολύ μάλιστα, αλλά ως μελωδία και αίσθηση αισιοδοξίας που απέπνεε κατ’ εμέ. Όπως όμως τους έβλεπα όλους να λυσσάνε στο χορό, και κυρίως όταν είδα να το τραγουδάνε 2-3 φίλοι γαλλομαθείς, «στάθηκα» ν’ ακούσω. Λέω, δεν μπορεί, για να χτυπιούνται και να ουρλιάζουν αυτοί με τέτοιο πάθος... Και άκουσα. Και κατάλαβα τι έλεγε. Αποτέλεσμα? Βούτηξα τις πατερίτσες, σηκώθηκα και πήγα ανάμεσά τους και χόρευα κι εγώ, όπως δεν έχω ξαναχορέψει ποτέ. Όπως μπορούσα μεν – δεδομένης της κατάστασής μου, αλλά όπως ένιωθα δε. Και ούρλιαζα κι εγώ τους στίχους, κι ένιωθα να βγαίνουν από το μεδούλι της ψυχής μου, κι ας ήταν ένα απλό τραγουδάκι της εποχής. Για μένα το όλον, ήταν η επισφράγιση που περίμενα. Αισθανόμουν υπέροχα από τις αντιδράσεις των γύρω μου, σαν να ήμουν ολόκληρη ένα μήνυμα αισιοδοξίας. Τότε ήταν, που σαν να βγήκα από το σώμα μου και με είδα από απόσταση. Τα μάτια των άλλων, μ’ έκαναν να θέλω να «δω» τι βλέπουν. Γιατί εννοείται πως αρχικά πετάχτηκα ενστικτωδώς και καθόλου δεν με απασχολούσε η εικόνα που θα παρουσίαζα. Όταν «με είδα» λοιπόν απ’ έξω, ξανάδα ολοζώντανο μπροστά μου τον Καρλ σ’ εκείνη την παράσταση. Προς Θεού, τηρουμένων των αναλογιών πάντα, δεν συγκρίνω τις καταστάσεις, την αίσθηση συγκρίνω. Αυτό μου ήρθε αυτόματα στο μυαλό.

Εγώ, με τις «παράπλευρες» απώλειές μου, να χορεύω όπως – όπως, και να τραγουδάω τα «θέλω» μου, το «έτσι είμαι» μου, και κυρίως, το «θέλω να τα τινάξω με το χέρι στην καρδιά» μου. Όχι, στο κεφάλι μου, ρε πούστη μου, στην καρδιά μου.

Έτσι, λίγο αργότερα, μετά από αυτήν την «φλασιά», η φίλη την πήρε την απάντησή της. Είμαι καλά και νιώθω δυνατή, επειδή γνωρίζω και αποδέχομαι τον εαυτό μου, επειδή παλεύω για να μην τον προδίδω - και δόξα τω Θεώ το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το έχω επιτύχει, δεν έχω προδώσει τα πιστεύω μου, δεν έχω προδώσει τις αρχές μου, δεν έχω προδώσει τα θέλω μου, δεν έχω προδώσει τους γύρω μου. Αυτό. Με όποιο τίμημα. Δεν πειράζει, αντισταθμίζεται. Αντισταθμίζεται με την αγάπη όλων όσων με αποδέχονται και είναι δίπλα μου γι’ αυτό που είμαι. Αυτών που μπορούν να λένε με σιγουριά φράσεις όπως «η Στέλλα δεν θα το έκανε ποτέ αυτό», ή «αυτό είναι εντελώς Στέλλα» ή «ξέρω πολύ καλά τι θα έκανε η Στέλλα για μένα» και βάζουν το χέρι τους στη φωτιά γι’ αυτό, τίποτα δεν μπορεί να τους κλονίσει. Κυρίως όμως, αντισταθμίζεται με τον σεβασμό και την αγάπη που έχω εγώ στον εαυτό μου.




~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

Το τραγούδι το ακούτε ήδη από δίπλα, αλλά αφήνω εδώ ένα υπέροχο unplugged, το οποίο έχει ελληνικούς υπότιτλους για τους μη γαλλομαθείς. Η μόνη μου ένσταση στη μετάφραση είναι ότι χρησιμοποιεί το ρήμα «να πεθάνω» ενώ στα γαλλικά δεν χρησιμοποιεί το αντίστοιχο, αλλά κάτι που σημαίνει όπως είπα πριν «να τα τινάξω» (ή «ψοφήσω»)! Συγνώμη, αλλά έχει διαφορά!



Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

ΚΑΘΑΡΟΙ, ΠΙΑ


Το 2001 είδα μία παράσταση στην οποία έχω αναφερθεί πολλές φορές σ’ αυτό το μπλογκ. Σε αναρτήσεις, σε σχόλια... σε διάφορες χρονικές περιόδους... Πάντα μπροστά μου, πάντα σημείο αναφοράς. Προφανώς, με «σημάδεψε» που λένε. Κάπως έτσι πρέπει να ορίζεται αυτό το «με σημάδεψε». Στο ότι τόσα χρόνια μετά, τα συναισθήματα που μου προκάλεσε παραμένουν εκεί, παραμένουν αναλλοίωτα και παραμένουν σημείο αναφοράς σε ένα σωρό καταστάσεις που ζω και με παραπέμπουν απευθείας εκεί. Σ’ αυτήν την παράσταση και σε μία συγκεριμένη σκηνή. Όχι πως δεν το καταλάβαινα τη στιγμή που συνέβαινε. Ακόμα θυμάμαι πως ένιωσα τη στιγμή που διαδραματιζόταν η σκηνή που μου εντυπώθηκε περισσότερο απ’ όλη την παράσταση. Δεν έχω βιώσει ποτέ μου τόσο έντονα συναισθήματα κατά τη διάρκεια θεατρικής παράστασης. Είχε κοπεί η ανάσα μου, κάθε «γουλιά» αέρα που πήγαινα να πάρω, έβγαζε ήχο λυγμού, έτρεμαν τα άκρα μου και τα μάτια μου δάκρυζαν ασταμάτητα. Σοκ. Το έργο προχωρούσε κι εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω πια να κλαίω. Θυμάμαι τα περίεργα βλέμματα των πλησιέστερων προς εμένα θεατών. Ένιωθα τα μη ειπωμένα σχόλιά τους και μου ερχόταν να σηκωθώ και να τους ουρλιάξω «ΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΕ ΕΣΕΙΣ ΤΟΣΗ ΩΡΑ?????????? ΑΝ ΔΕΝ ΝΙΩΘΕΤΕ ΟΠΩΣ ΝΙΩΘΩ, ΕΣΕΙΣ ΕΧΕΤΕ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ!!!!!!!!!».
Ήταν το «Καθαροί, πια» της Σάρα Κέην, σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή. Οπότε ήταν ο ιδανικός συνδυασμός: Κορυφαίο έργο, κορυφαία σκηνοθεσία. Πως να μην γίνει ό,τι καλύτερο έχω δει ποτέ μου στο θέατρο? Δεν ήταν παράσταση αυτό, ήταν εμπειρία ζωής και πραγματικά νιώθω τυχερή που το έχω «στις βαλίτσες μου». Έχω διαβάσει τη γνώμη του Βογιατζή για το έργο της Σάρα Κέην και καταλαβαίνω γιατί δημιούργησε αυτό το αριστούργημα. Δεν την προσέγγισε γιατί έγινε κάποια στιγμή της μοδός, γιατί υπήρχε το θέμα της αυτοκτονίας της, γιατί στάθηκε στα προφανή. Μεταφέρω από συνέντευξή του και θα καταλάβετε γιατί το έκανε: "Πέσανε να το φάνε το κοριτσάκι", λέει ο Λ. Βογιατζής, που δηλώνει ότι τα έργα της Κέιν τον συγκινούν ολοκληρωτικά: "Η επαφή μου μαζί τους έχει αλλάξει πράγματα στη ζωή μου, που ακόμα δεν τα ξέρω, αλλά τα διαισθάνομαι.". Όταν αυτοί είναι οι λόγοι που σε σπρώχνουν να καταπιαστείς μ’ ένα έργο, και όταν φυσικά είσαι καλλιτέχνης του βεληνεκούς ενός Λευτέρη Βογιατζή, το αποτέλεσμα είναι σχεδόν θεϊκό. Φυσικά τα μέγιστα συνέβαλαν οι εξαιρετικοί συντελεστές, θά ‘ταν μεγάλη παράλλειψη να μην το αναφέρω αυτό.
Με αφορμή μια πρόσφατη εμπειρία, μού ‘ρθαν πάλι όλα στη σκέψη μου. Πάλι με κυρίευσε αυτό το συναίσθημα – που δεν υπάρχουν λόγια να το περιγράψω – που με είχε πλημμυρίσει σε μία σκηνή εκείνης της παράστασης. Οπότε ήταν δύο οι λόγοι που μ’ έσπρωξαν σ’ αυτήν την ανάρτηση. Πρώτον, ότι ήθελα να υπάρχει σ’ αυτό το μπλογκ ειδική και ξεχωριστή αναφορά σ’ αυτήν την παράσταση, κι όχι μόνο τα σκόρπια λόγια εδώ κι εκεί. Δεύτερον... Το δεύτερο είναι αρκετά πολύπλοκο, γι’ αυτό θα το πιάσω στο Β΄μέρος.
Το έργο, στο πρωτότυπο («Cleansed»), μπορούν να το διαβάσουν όσοι έχουν οικειότητα με την αγγλική γλώσσα εδώ: http://www.scribd.com/doc/24140567/Sarah-Kane-Cleansed διαφορετικά συστήνω ανεπιφύλακτα να αγοράσουν το βιβλίο από την παράσταση της Νέας Σκηνής του Λ. Βογιατζή, σε μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη.
Εν τω μεταξύ όμως, έψαξα λίγο στο ίντερνετ να βρω πληροφορίες για το έργο, ώστε να δώσω εδώ μία γεύση, αλλιώς τι νόημα θα είχε η ανάρτηση/αφιέρωση! Έτσι βρήκα κάτι το οποίο ήταν αρκετά κοντά στις δικές μου απόψεις και από αυτό θα πάρω κομμάτια να σας μεταφέρω. Και – ΦΥΣΙΚΑ – δεν πρόκειται να καπηλευτώ τον πνευματικό κόπο ενός άλλου ατόμου, παρουσιάζοντά τα ως δικά μου, γι’ αυτό ενημερώνω για την πηγή: http://invenio.lib.auth.gr/record/122567/files/lykourgioti.pdf?version=1 η οποία είναι Διπλωματική Εργασία για Μεταπτυχιακό της Ασπασίας Λυκουργιώτη τον Απρίλιο του 2010. Θα παραθέσω μερικές πληροφορίες για το έργο γενικά, αλλά όσον αφορά την πλοκή, δεν θα μεταφέρω κάτι από τις ιστορίες όλων των προσώπων, παρά μόνο ό,τι αφορά τον Καρλ, που είναι και ο ήρωας της σκηνής στην οποία αναφέρομαι εξ αρχής για το πόσο με σημάδεψε:
ΚΑΘΑΡΟΙ, ΠΙΑ (ΣΑΡΑ ΚΕΗΝ)
Στο επόμενο έργο της, μέσα σε μια οργουελική ατμόσφαιρα, η Κέιν γράφει έναν εφιάλτη διάλυσης και κατασκευής σεξουαλικών ταυτοτήτων. Στο Καθαροί, πια ο Τίνκερ σαν άλλος μεγάλος αδελφός βλέπει και ακούει τα πάντα, αλλά συγχρόνως είναι και το εκτελεστικό όργανο που μαζί με τους αόρατους ανθρώπους ασκούν τη βία στους χώρους του ιδρύματος που διαδραματίζεται το έργο. Το ίδρυμα αποκαλείται πανεπιστήμιο και ως εκ τούτου γίνεται ένας συσχετισμός της επιτελεστικής κατασκευής των ταυτοτήτων διαμέσου της βίας του λόγου που υπάρχει στο πανεπιστήμιο, με την κατασκευή των ταυτοτήτων διαμέσου της σωματικής βίας που σαν εφιάλτης αναπαρίσταται στο έργο. (...)
(...) Η αίσθηση όμως που κυριαρχεί και συνδέει ως εκ τούτου όλο το έργο, αφορά το σύνολο της τρομοκρατίας και βίας που ασκεί ο Τίνκερ και οι αόρατοι άνθρωποι στα υπόλοιπα πρόσωπα. Το έργο διαδραματίζεται σε διάφορα δωμάτια, το Λευκό, το Μαύρο, το Κόκκινο, το Στρογγυλό δωμάτιο καθώς και το προαύλιο και το φράχτη του πανεπιστημίου. Βία ασκείται σε όλους τους χώρους αλλά φτιαγμένο μόνο γι’ αυτό το σκοπό είναι το κόκκινο δωμάτιο. Την ιδέα των δωματίων η Κέιν φαίνεται να έχει πάρει απ’ ευθείας από τον Όργουελ και έτσι καταφέρνει να δημιουργήσει την αίσθηση ενός αφαιρετικού και πολυσήμαντου χωροχρόνου που παραπέμπει στο μέλλον όσο και στο παρελθόν, όπως οι εφιάλτες του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Ουσιαστικά όμως η ατμόσφαιρά του έργου αφορά ένα έντονα ψυχολογικό δράμα που θέλει να ανασύρει και τα ελάχιστα ακόμα τραύματα του θεατή πλήττοντας τους παρόντες μηχανισμούς κατασκευής ταυτοτήτων.(...) Στο έργο η επιθυμία των προσώπων εμπλέκεται ή πολλές φορές συμπορεύεται με τους εξωτερικούς τους καταναγκασμούς ή τη βία που τους ασκείται. Με ψυχαναλυτικούς όρους θα μπορούσαμε να πούμε πως κάτι τέτοιο σχετίζεται και με την ενοχή που έχουν τα πρόσωπα για την επιθυμία τους, η οποία τα οδηγεί σε μια μαζοχιστική ή σαδομαζοχιστική εκζήτηση. (...) Ο Τίνκερ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να καθοδηγεί τους ίδιους τους εαυτούς στο να στρέφονται εναντίον τους, εγείροντας απλά τις ενοχές τους.(...) Επαναλαμβάνονται δηλαδή οι κανόνες και τα σύμβολα της επιθυμητής έμφυλης κανονικότητας, με τρόπο που να διδάσκονται, αλλά και να υπονοούν τον αποκλεισμό του διαφορετικού. (...) Η επιβαλλόμενη συνήθεια – επανάληψη μιας ψευδούς κανονικότητας αφομοιώνεται με τον καιρό από το άτομο και έτσι η κάθε προσπάθεια ανατροπής της στρέφεται και εναντίον του εαυτού.(...)
(...) Η Κέιν ζωντανεύει τους εσωτερικούς εφιάλτες της καθώς η δική της καλλιτεχνική δουλειά δεν αφορά μόνο το να πολιτικοποιήσει το θεατή, αλλά και να του προσφέρει μια ψυχολογική κάθαρση διαμέσου της ταύτισης με τους ήρωες. Αυτή η κάθαρση στο Καθαροί, πια δεν αφορά μόνο τη συνειδησιακή νομιμοποίηση της επιλογής του φύλου και την απενοχοποιημένη κατάργηση μιας επιβεβλημένης ταυτότητας, αλλά αφορά ακόμα και τη δυνατότητα του να ελπίζει κανείς στην αγάπη. Ο τελικός σκοπός αυτού του ιδρύματος είναι να αποκτηνώσει τα άτομα και να τα κάνει ανίκανα για κάθε συναισθηματική εμπλοκή, ανίκανα για αγάπη. Ο λόγος ή αλλιώς η λογική της επιβίωσης απορρίπτει τον έρωτα και την αγάπη ως φαντασιακή δημιουργία. Ο Κάρλ αναγκαστικά θα χάσει τον Ροντ και ο Ρόμπιν την Γκρέης αφού πρώτα εξευτελιστούν μπροστά τους, καθώς αναμφίβολο θύμα αυτού του ακαδημαϊκού ιδρύματος είναι ο ίδιος ο έρωτας.(...)
(...)Παρά το ότι η Κέιν θεωρεί πως ο Βόυτσεκ του Μπύχνερ είναι το πιο σημαντικό διακείμενο για το « Καθαροί, πια» είναι δύσκολο να μη δει κανείς πόσο κοντά βρίσκεται το κεντρικό θέμα του έργου της στο 1984 του Όργουελ - έργο που λειτουργεί και σαν ερμηνευτικό κλειδί για τον έρωτα. Στο 1984 ο Όργουελ, όντας περισσότερο πεζολογικός, κάνει σαφείς τους λόγους για τους οποίους σε μια ανελεύθερη κοινωνία - θεσμός της οποίας είναι και το πανεπιστήμιο - ο έρωτας είναι απαγορευμένος. Ο έρωτας στα χρόνια του Μεγάλου Αδελφού θεωρείται ανεξέλεγκτος, ανατρεπτικός, απρόβλεπτος, και κυρίως αντιπαραγωγικός γι’ αυτό πρέπει να σβηστεί από την κοινωνία ακόμα και η μνήμη του. Προφανώς οι λόγοι για τους οποίους η αγάπη και ο έρωτας δεν μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν στο ίδρυμα του «Καθαροί, πια», αν και η Κέιν δε το αναφέρει, είναι λίγο - πολύ οι ίδιοι με αυτούς του 1984. Ο Τίνκερ είναι παντού όπως και ο Μεγάλος Αδελφός και στόχος του είναι να πλήξει κάθε ελπίδα.(...)
Ο ΚΑΡΛ
(...) Ο Κάρλ ζητάει από το Ροντ να ανταλλάξουν δακτυλίδια αρραβώνα. Ο Τίνκερ τους παρακολουθεί και μεταφέρει τον Καρλ στο κόκκινο δωμάτιο όπου μπροστά στον Ροντ τον βασανίζει αναγκάζοντάς τον να πει «Όχι εμένα - τον Ροντ». Στη συνέχεια του απαγορεύει να ζητήσει συγνώμη από τον Ροντ, κόβοντάς του τη γλώσσα όταν πάει να μιλήσει, τα χέρια όταν πάει να γράψει και τα πόδια όταν πάει να χορέψει έναν χορό αγάπης για τον Ροντ.(...)
Όποιος αφιέρωσε λίγο χρόνο να διαβάσει όλα τα παραπάνω, θα είδε την αναφορά στον Καρλ, τον ήρωα που ξεχώρισα, και τα περί των ακρωτηριασμών του. Δυστυχώς, δεν θυμάμαι το όνομα του ηθοποιού που υποδύθηκε τον Καρλ στην εν λόγω παράσταση, πράγμα απίστευτο, αν σκεφτεί κανείς ότι θυμάμαι όλους τους άλλους, εκτός από αυτόν που λάτρεψα!!! Ο Βογιατζής, ο Κουρής, η Μουτούση, ο Λούλης... Αλλά τον Κάρλ... ΔΕΝ. Σεντόνι! Κάτι ίσως σημαίνει αυτό, αλλά δεν αντέχω άλλη ανάλυση... (θα καταλάβετε γιατί το λέω αυτό, στο Β΄μέρος).
Να διευκρινήσω ότι λόγω της περιληπτικής αναφοράς στις ιστορίες των ηρώων, γράφτηκε στο παραπάνω απόσπασμα «σε σειρά» και «μαζεμένα» ο ακρωτηριασμός του Καρλ. Κατά την παράσταση, αυτό εκτυλίσσεται σταδιακά. Όσο παρακολουθούμε τις ιστορίες των πιο κεντρικών ηρώων, επανερχόμαστε ανά διαστήματα στον Καρλ, ο οποίος «δεν βάζει μυαλό», συνεχίζει να διεκδικεί την αγάπη και κάθε φορά που το εκδηλώνει με κάποιο τρόπο και πέφτει αυτό στην αντίληψη του πανταχού παρόντος Τίνκερ, οδηγείται στην αίθουσα βασανιστηρίων, όπου ο Τίνκερ του αφαιρεί κι ένα ακόμα μέλος.
Το σκηνοθετικό εύρημα γι’ αυτές τις «εκδηλώσεις» του Κάρλ που πήγαιναν κόντρα στο κατεστημένο, ήταν να χορεύει παθιασμένα υπό τους ήχους μιας εκπληκτικής μουσικής που έντυνε την παράσταση από τον Κωνσταντίνο Βήτα. Έτσι, κάθε λίγο, βλέπουμε τον Καρλ να χορεύει μια χωρίς γλώσσα, μια χωρίς το ένα χέρι, μια χωρίς χέρια, μια στο ένα πόδι... και φτάνει η στιγμή που του κόβουν και το δεύτερο. Πέρα από το σοκ και την φρίκη που συνόδευαν πάντα τις σκηνές του ακρωτηριασμού – ήταν άκρως ρεαλιστικές και αληθοφανείς στην παράσταση! – αυτήν τη φορά, έχοντας δει όλες τις προηγούμενες και ξέροντας πια το μοτίβο, μένεις με κομμένη την ανάσα περιμένοντας να δεις πως θα είναι πια ο Καρλ... Θα συμμορφωθεί? Θα εγκαταλείψει? Κι αν δεν?... ΠΩΣ??????? Έχει μείνει πια ένα σώμα μ’ ένα κεφάλι... Ήταν τόσο αριστοτεχνικά στημένο όλο αυτό, που ένα κομμάτι μου παρακαλούσε να κάτσει ο Καρλ «στ’ αυγά του» γιατί δεν άντεχα να βλέπω τις συνέπειες της επιμονής του στο να παραμείνει αυτό που είναι και να θέλει αυτά που θέλει, κι ένα κομμάτι μου παρακαλούσε να μην το βάλει κάτω, ακόμα κι αν σήμαινε το τέλος του. Ε... κι ακολουθεί Η Σκηνή. Η ΣΚΗΝΗ. Ο Καρλ, ή μάλλον ό,τι έχει απομείνει από τον Καρλ, χορεύει κάτω από μία καταρακτώδη βροχή...
Ούτε σε δέκα ζωές δεν θα το ξεχάσω αυτό το πράγμα. Ούτε.
(συνεχίζεται...)




~ ~ ~


Υ.Γ. Βρήκα εδώ μία συνέντευξη του Κωνσταντίνου Βήτα απ’ όπου παραθέτω:
- Θα γυρίσω λίγο πίσω το χρόνο. Το τραγούδι «Το κύμα» είναι εντελώς ταξιδιάρικο. Υπό ποιες συνθήκες γράφτηκε; Πως προέκυψε;
- Το κύμα γράφτηκε για την παράσταση Καθαροί πια (Cleansed) της Sarah Kane σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Το 1998 γνώρισα την Sarah ένα χρόνο πριν αυτοκτονήσει, και της το αφιέρωσα. Το 2002 το συμπεριέλαβα στο άλμπουμ «Για σένα με αγάπη» γιατί και για μένα ήταν ένα ιδιαίτερο κομμάτι.