"Well, I'm gonna get out of bed every morning... breathe in and out all day long.
Then, after a while I won't have to remind myself to get out of bed every morning and breathe in and out...
and, then after a while, I won't have to think about how I had it great and perfect for a while."

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Homework για τον χειμώνα που έρχεται

Προσκυνώ.

Καημό τό 'χα που μη έχοντας DVD recorder στον υπολογιστή μου, ό,τι κατέβαζα ήμουν αναγκασμένη να το βλέπω καθιστή στο γραφείο. Κάποια στιγμή όταν αντικατέστησα το DVD player, αγόρασα ένα με θύρα USB για να τα μεταφέρω με στικάκι και να τα απολαμβάνω από τον καναπέ μου. Δυστυχώς πάρα πολλοί υπότιτλοι όμως δεν ήταν συμβατοί κι έβγαιναν κινέζικα.

Τι χαρά πήρα όταν είδα ότι ο αποκωδικοποιητής που αγόρασα, όχι απλώς είχε θύρα USB αλλά και συμβατότητα με σχεδόν τα πάντα! Πολλοί την πάτησαν με τους φτηνούς και ανακάλυψαν πως αναπαράγουν μόνο τα αρχεία που δημιουργεί ο ίδιος από εγγραφές. Εγώ - ευτυχώς, με την πολύτιμη συμβουλή φίλου - πήρα έναν με λίγο πιο τσιμπημένη τιμή, αλλάαα.... χίλιες φορές χαλάλι!!!

Κοντεύουν να μου χυθούν τα μάτια. Το τι έχω δει μέσα σ' αυτό το διάστημα, δεν περιγράφεται. Κατεβάζω και κανά παιδικό να βλέπει κι ο μικρός, αλλά κατά βάση, εγώ του έχω αλλάξει τα φώτα. Ό,τι ταινίες, ό,τι σειρές έχανα τόσο καιρό, τά 'χω πλακώσει μαζεμένα.

Συνιστώ ανεπιφύλακτα - μόνο σ' όσους έχουν ψώνιο με Αγγλία Εποχής - το Downton Abbey από σειρές. Το τονίζω, γιατί εγώ έχω τρελλό ψώνιο και δεν ξέρω πόσο αντικειμενική είμαι. Αν και αρέσει σε πολλούς και τους τραβάει και τους κρατάει, εγώ δεν είμαι αντικειμενικός κριτής, γιατί και ανύπαρκτο στόρυ να είχε, θα το παρακολουθούσα εκστασιασμένη, μόνο και μόνο για να βλέπω τους πύργους, την φύση της αγγλικής επαρχίας, τους μπάτλερ και τους βαλέδες, τους λόρδους και τους σωφέρ, ν' ακούω αυτήν την προφορά που με ΤΡΕ-ΛΑΙ-ΝΕΙ και να μεταφέρομαι κάπου όπου υπάρχουν κώδικες τιμής, ηθική και αξιοπρέπεια. Και να βλέπω πως όταν υπάρχει εξαίρεση σ' αυτούς τους άγραφους νόμους, ο παραβάτης τιμωρείται με τον α ή β τρόπο. Αν λοιπόν κι εμένα θα μου αρκούσαν και μόνο αυτά για να ενθουσιαστώ, φανταστείτε τι έχω πάθει που πρόκειται και για μια άριστη παραγωγή, εμφανέστατα πανάκριβη (ο πύργος δεν είναι σκηνικό, μισθώνουν πραγματικό πύργο με εξωφρενικό ενοίκιο), απίστευτα προσεγμένη και... το καλύτερο το αφήνω τελευταίο... την Μάγκυ Σμιθ. Χριστέ μου, ΠΟΣΟ τη λατρεύω, ΠΟΣΟ!!! Πεθαίνω να την βλέπω να λέει την πιο θανατερή δηλητηριώδη φαρμακερή ατάκα με τον πιο φυσικότατα κομψό τρόπο. Να είναι χαμένη κάπου ανάμεσα σε ένα σκασμό κόσμο, να διαδραματίζονται σε πρώτο πλάνο τα απίστευτα και να έχει τη δύναμη να σου τραβήξει την προσοχή μ' ένα της απειροελάχιστο νεύμα το οποίο σχολιάζει την όλη κατάσταση πιο εύστοχα κι από χίλιες λέξεις. Το φρύδι της σηκώνει κι είναι σαν να έχει κατεβάσει τα 12 ευαγγέλια. Δεν υπάρχει αυτή η ηθοποιός, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ, και συγκεκριμένα αυτός ο ρόλος της είναι γάντι, είναι σκέτη απόλαυση.

Τώρα έχω αρχίσει το Game of Thrones. Μου το "διαφήμισαν" ως τύπου "άρχοντας των δαχτυλιδιών" αλλά... δεν θα τό 'λεγα... Στα 2-3 επεισόδια που έχω δει, έχω ψιλοαπογοητευτεί. Άλλο περίμενα. Πολύ "σεξ και βία, που τα γουστάρει κι ο κόσμος" μου βγάζει. Χωρίς να υποστηρίζονται δραματουργικά, δηλαδή, εντελώς για οφθαλμολαγνεία. Το διευκρινίζω, μην και κανείς που δεν με ξέρει νομίζει ότι το λέω από πουριτανισμό. Μακριά κι αλάργα αυτά... Παρόλα ταύτα έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον, παρακολουθείται ευχάριστα. Απλά δεν νομίζω πως θα δω δύο σαιζόν μονορούφι όπως το Downton Abbey, θα τις βλέπω πιο λάου-λάου.

Από ταινίες, νομίζω πως η καλύτερη που είδα, είναι μία του 2009, το "El secreto de sus ojos". Πρώτα την είδα και ξετρελάθηκα, κι ύστερα την έψαξα λίγο παραπάνω. Είδα λοιπόν ότι τότε είχε πάρει το Όσκαρ ξενόγλωσσης και είχε κονταροχτυπηθεί για Χρυσό Φοίνικα με την "Λευκή Κορδέλα" του Χάνεκε, από την οποία και τον έχασε. Προφανώς λοιπόν ήταν αρκετά γνωστή, κι απλά εγώ δεν την είχα πάρει χαμπάρι. Εξαιρετική, την συνιστώ ανεπιφύλακτα στους πάντες. Είχα πολύ καιρό να δω τόσο καλή ταινία.

Για το τέλος άφησα έναν παλιό αγαπημένο. ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ. Δεν θυμάμαι πότε ψιλοκουράστηκα και τον άφησα. Πάντως σαν να ψιλομπούχτισα κάποια στιγμή. Έτυχε λοιπόν να κάτσω να δω κάποια από τις πιο πρόσφατές του με φίλους που μοιραζόμασταν την παλιά αυτή αγάπη. Φίλους που δεν είχαν μπουχτίσει και είχαν συνεχίσει να τον παρακολοθούν "γιατί είναι Αλμοδόβαρ" και αγαπάμε Αλμοδόβαρ και τελεία και παύλα. Έτσι, μαζί τους, σαν να ξαναθυμήθηκα τι είχα αγαπήσει σ' αυτόν, τι τον έκανε να ξεχωρίζει για μένα και πού με άγγιζε αυτό το εντελώς δικό του στυλ, που σε κάνει να ξεχωρίζεις μία ταινία του από χίλιες. Ω ναι, αυτό το τελευταίο το πιστεύω ακράδαντα. Αν δεν μου έλεγαν ποιου σκηνοθέτη είναι και μ' έβαζαν να δω μια ταινία του, θα τον είχα "μυρίσει" στα πρώτα λεπτά. Και μόνο γι' αυτό για μένα αξίζει ένας σκηνοθέτης να έχει μια ξεχωριστή θέση, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ότι τυχαίνει το ύφος του και η γραφή του, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει τις καταστάσεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων, να είναι για μένα ό,τι κοντινότερο σε πραγματικές, καθημερινές καταστάσεις που έχω ζήσει και ζω.

Ή και οι δυο μας έχουμε μεγαλώσει σε μουρλόσογο, ή "συμβαίνουν τα πάντα και στις καλύτερες οικογένειες". Πάντως αυτός ο άνθρωπος είναι λες κι είχε κρυφές κάμερες στο σπίτι μου, στο σπίτι των θειάδων μου, κ.ο.κ. Και κατέγραφε όλα τα ευτράπελα, όλα τα κωμικοτραγικά, όλα τα τόσο ακραία μα και τόσο συνηθισμένα... Όλα αυτά που προσπαθώ να εξηγήσω - με μεγάλη δυσκολία καθώς πρόκειται για αισθήσεις και συναισθήματα - με λόγια, συμπυκνώνονται σε μία σκηνή προς το τέλος του "Ραγισμένες αγκαλιές". Εκεί όπου βλέπουμε "την ταινία μέσα στην ταινία". Σοβαρότατη συζήτηση μεταξύ των δύο φιλενάδων, όπου ανάμεσα στις σημαντικότατες κουβέντες, πετάγονται διάσπαρτα και κάτι λόγια μπουκωμένα από τις μαντλέν που σαβουρώνει η μία στο ενδιάμεσο, τα οποία αφορούν επίσης στις μαντλέν - του τύπου "ωραία αυτά, εσύ τά 'φτιαξες?" ή κάτι παρόμοιο. Κάτι που πολύ συχνά συμβαίνει και δεν το αντιλαμβανόμαστε καν, αλλά αν βγεις και το δεις απ' έξω, "ακυρώνει" και την πιο δακρύβρεχτη στιγμή και προκαλεί γέλιο. Δεν είναι κάποια πρωτότυπη ιδέα ή εύρημα. Πολλοί το έχουν προσπαθήσει ακόμα και σε φρικτά ελληνικά σήριαλ. Το "πώς" είναι όλη η μαγεία. Το "πώς" το κάνει ο π....ς και νομίζεις ότι σε γνωρίζει προσωπικά και σε αντιγράφει.

Εκεί έγκειται λοιπόν για μένα η αξία του Αλμοδόβαρ, κι ας μην μπορούν κάποιοι να καταλάβουν γιατί τόσος ντόρος, αφού δεν είναι Ταρκόφσκι ή Γκοντάρ. Δεν είναι όλα τα πράγματα συγκρίσιμα. Το καθένα έχει την θέση του και την αξία του - αν έχει - γι' αυτό που είναι στο είδος του. Για άλλους λόγους θα δω το ένα, για άλλους λόγους το άλλο. Για άλλους λόγους έχω θεό τον Ταραντίνο για άλλους τον Αλμοδόβαρ, και είναι απόλυτα μη συγκρίσιμοι. (Τόσο οι λόγοι, όσο κι οι σκηνοθέτες). Έτσι, πήρα σβάρνα κι είδα όσες ταινίες του είχα χάσει στο διάστημα που τον "απατούσα". Καμία δεν θα σχολιάσω ιδιαίτερα ή θα προτείνω.

Εμπνευσμένη όμως από το κλίμα του, θα αφήσω ανάλογα δωράκια για το τέλος, όπως κάνω συνήθως σε μακροσκελείς αναρτήσεις, για να τιμήσω τους υπομένοντες... Μουσικές και προσωπική ιστορία.

Ακολουθούν δύο βιντεάκια από δύο τραγούδια που ακούστηκαν στις δύο πιο τελευταίες ταινίες του κι ένα το οποίο βάζω να παίζει αποδίπλα. Τα επέλεξα γιατί είναι και τα τρία αγαπημένα και με εξέπληξε ευχάριστα που τα χρησιμοποίησε ο Πέδρο, δεν του τό 'χα...

Vitamin C - Can (από το "Ραγισμένες αγκαλιές", παίζει δίπλα)

Werewolf - Cat Power (από το "Ραγισμένες αγκαλιές", παίζει κάτω)

Between the bars - Chris Garneau covering Elliott Smith (από "Το σώμα που κατοικώ", παίζει παρακάτω)


(ναι, ξέρω, προτιμούσατε να δείτε to βίντεο με το καταπληκτικό στριπτήζ από το Powder Blue όπου επίσης ακούγεται και είναι πολύ ωραία ταινία, αλλά δυστυχώς, όσο κι αν μ' αρέσει κι έμενα, είχε πολύ κακή ποιότητα ο ήχος και στην παρούσα ανάρτηση προείχε το τραγούδι - πάτε στο you tube να το δείτε!)


 (κρατήθηκα πολύ να βάλω την συγκεκριμένη διασκευή αν και αγαπώ άλλη, γιατί πρώτον, αυτή ήταν στην ταινία, και δεύτερον, δεν θέλω να γίνω με την Madeleine Peyroux σαν τον Κώστα Θωμαΐδη, ένα πράμα... Λατρεμένη αλλά... νισάφι!)

... και η ιστοριούλαααα:

Κλίμα, όσο πιο μαύρο και βαρύ γίνεται. Ένα κλικ πριν το κλίμα κηδείας και πέριξ αυτής ημερών. Πρόσωπα τρία. Η Σ. που είναι η "χαροκαμένη", η Ν. που είναι η μητέρα της και η Μ. που είναι κολλητή της. Γύρω γύρω στον καναπέ, μια κλαίνε μια μιλάνε μια κοιτούν το υπερπέραν αφήνοντας βαρείς αναστεναγμούς. Ανά διαστήματα μεσολαβούν μικρο-διάλογοι, οι οποίοι είναι πάνω-κάτω όπως ο κάτωθι σε παραλλαγές:

- Ν: Να παραγγείλουμε κάτι? Γιατί δεν θέλετε? Πες κι εσύ Μ. μου, πες της κάτι... Πρέπει κάτι να φάει... Πρέπει... Που θα πάει αυτό?
- Μ: Άστε την κ. Ν., λογικό είναι, θα έρθει η ώρα που θα το ζητήσει από μόνη της...
- Ν: (ψιθυριστά προς την Μ., λες και η Σ. που είναι δίπλα είναι κουφή) Θα πάθει τίποτα... Θα πάθει τίποτα... Μπουκιά δεν έχει βάλει στο στόμα της τόσες μέρες, μπουκιά... μόνο με νερό και τσιγάρα είναι... κι ευτυχώς να λες που πίνει νερό αντί για κοκακόλα, θα τρυπούσε το στομάχι της, πάλι καλά... Άμα πάθει τίποτα τι θα γίνει το παιδί της? Πες κι εσύ κάτι... Ότι πείνασες και θες να φας εσύ...
-  Σ: Γιατί μιλάς σαν να μην είμαι μπροστά ρε μαμά? Δεν θέλω λέμε, σταμάτα, έλεος πια, δεν παθαίνω τίποτα, ηρέμησε.
- Ν: (προσπαθώντας να την πείσει "χτυπώντας" το φιλότιμο) Εγώ για το καλό σας το λέω... Και το κορίτσι τόσες ώρες εδώ, ξενηστικωμένο τό 'χουμε. Ντροπή. Να παραγγείλεις τουλάχιστον για το κορίτσι, δεν είναι σωστό, γαϊδουριά είναι.
- Μ: Νομίζετε ότι εμένα πάει κάτω μπουκιά κυρία Ν.? Άστε με εμένα. Κι αφού κι η Σ. δεν θέλει, μην την πιέζετε...

Κάποια στιγμή που φεύγει για λίγο η Ν., και μένουν οι δύο φίλες:

- Μ.: Βρε φιλενάδα μου? Μήπως να παραγγείλουμε τίποτα να της κάνουμε το χατήρι? Έχει φρικάρει η κακομοίρα, έχει κατατρομάξει, δεν μπορείς να φανταστείς τι μου λέει όταν δεν ακούς. Φαντάσου ότι αυτό που βλέπες εσύ είναι το "ψύχραιμο-για-μπροστά-σου". Ας πάρουμε κάτι ελαφρύ και τσίμπα λίγο ίσα ίσα να της φύγει ο καημός. Και θα φάω κι εγώ, μην την σκάμε, είναι που είναι η καημένη...
- Σ: Δεν πάει λέμε τίποτα κάτω ρε παιδιά, μην αρχίζεις κι εσύ... Τέλος πάντων... Ας πάρουμε κάτι... και θα την ξεγελάσω ότι τρώω...

Επανέρχεται η Ν.

- Τι λέτε? Για να παραγγείλουμε? ΜΠΡΑΒΟ! Να πάρουμε σουβλάκια από τον Τάδε που 'χει κι ωραίο κοκορετσάκι να μας φέρει, να πιούμε και τις μπυρίτσες μας...
- Μ + Σ: ΚΟΚΟΡΕΤΣΙΙΙΙ???????????????????  (και παράλλλα τα σχετικά "τι λες ρε μάνα", "τι λέτε καλέ κ. Ν. μου", κλπ)

Εννοείται ότι της πέρασε της Ν. και η Σ. βγαίνει από το σώμα της, για να το αφήσει να κάνει ένα από τα πιο σουρεάλ τηλεφωνήματα στη ζωή τη, δίνοντας παραγγελία για κοκορέτσι στην κατάσταση που είναι. Η βραδιά συνεχίζει να κυλάει με τα ίδια κλάματα, τις ίδιες κουβέντες, τους ίδιους αναστεναγμούς, με μόνη διαφορά το κοκορέτσι μες τη μέση του τραπεζιού και τα τσιμπολογήματα. Δήθεν και μη. 

Και μέσα σ' αυτό το κλίμα κι αυτό το βάρος, τη στιγμή που μιλάει η Μ. και λέει κάτι με πόνο ψυχής, παλεύοντας να βρει τις λέξεις, ρουφώντας δάκρυα... με την Σ. από απέναντι να κλαίει με λυγμούς και να την κοιτάζει κατάματα μη χάσει λέξη... μία σχεδόν ιερή στιγμή... ακούγεται η Ν...

- Ν: Τρώγε κιόλας όμως, Μ. μου, γιατί άμα κρυώσει αυτό θα γίνει σκυλί!

Δεν χρειάζεται να περιγράψω νομίζω το υστερικό γέλιο που έπεσε μεταξύ των φιλενάδων, αφού μεσολάβησε το κλάσμα δευτερολέπτου που αλληλοκοιάχτηκαν σαν να έλεγαν "τι είπε ρε μαλάκα, το άτομο, τι ζούμεεε???????". Γέλιο χωρίς ανάσα. Για ώρα. Το τέλειο ξέσπασμα, τύφλα νά 'χαν όλα τα κλάματα του κόσμου.

Αν δεν είναι αυτό σκηνή από Αλμοδόβαρ, δεν ξέρω τι είναι.