"Well, I'm gonna get out of bed every morning... breathe in and out all day long.
Then, after a while I won't have to remind myself to get out of bed every morning and breathe in and out...
and, then after a while, I won't have to think about how I had it great and perfect for a while."

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

ΣΕ ΕΙΔΑ...

... ΑΛΛΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΠΩΣ ΔΕΝ ΣΕ ΕΙΔΑ.*


Διαδρομή με τον ηλεκτρικό, πριν μισή ώρα περίπου.
(είναι φρέσκο δηλαδή, άρα είμαι τούρμπο τώρα που γράφω, γι' αυτό γράφω άλλωστε, άρα ξέρετε τι σας περιμένει από μπινελίκια, άρα αν δεν τα μπορείτε, φύγετε όπως είστε)

Μπαίνει ένα πρεζόνι, τον οποίο απο δω και πέρα θα βαφτίσω Κώστα, γιατί θα τσαντιστώ και με μένα αν συνεχίσω να τον ονομάζω "το πρεζόνι". Τις δύο κοπέλες που θα προκύψουν στην ιστορία, γουστάρω να τις λέω όπως τις είπε εκείνος. Χαζομούνες.

Μπαίνει ο Κώστας λοιπόν, και είναι εμφανέστατα κόκκαλο. Δεν τού 'χει βγει κάτι επιθετικό, πράγμα που δεν μου κάνει εντύπωση γιατί δεν είναι το σύνηθες, κι αν έχω δει άτομα σ' αυτήν την κατάσταση τόσα χρόνια. Μερίδα του κόσμου σηκώνεται από τις γύρω από τον Κώστα θέσεις και φεύγουν με την αηδία ή το φόβο στη μούρη. Ο Κώστας - κι αυτό ΕΙΝΑΙ σύνηθες - έχει μια εμμονή. Μια βάζει μια βγάζει και μετράει και ξαναμετράει χρήματα σε πολλά κέρματα. Αδειάζει τσέπες, αφήνει στο κάθισμα το περιεχόμενό τους, απομονώνει τα χρήματα, παλεύει να ξαναβρεί τις τσέπες να βάλει τ' άσχετα πού 'βγαλε... Όλο αυτό προσπαθώντας να ισορροπήσει σκυφτός μπροστά στο κάθισμά του, το οποίο χρησιμοποιεί τελικώς ως τραπεζάκι. Δυο χαζομούνες που κάθονται δίπλα του, προφανώς αυτό το θέαμα το βρίσκουν αστείο κι όχι αξιολύπητο. Τον κοιτούν συνέχεια και γελάνε δυνατά και μουρμουρίζουν μεταξύ τους. Ο Κώστας παίρνει ανάποδες κι αρχίζει και γαμωσταυρίζει. Αυτές απτόητες - παίζει και να μην έχουν καταλάβει ότι βρίζει αυτές. Όταν ο Κώστας πάει μπροστά στα μούτρα τους και τους ουρλιάζει "ΣΚΑΣΤΕ, ΧΑΖΟΜΟΥΝΕΣ, ΣΚΑΣΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ", αυτές φεύγουν τρέχοντας προς την άλλη μεριά του βαγονιού με τους υπόλοιπους. Ακούω ψιθύρους όπως "Τς τς τς, επιτέθηκε στα κοριτσάκια στα καλά καθούμενα", και τη μία χαζομούνα να λέει "Μπορεί να γελούσαμε για κάτι άλλο, που καταλαβαίνει αυτός?". Έχω μείνει μόνο εγώ σ' εκείνα τα καθίσματα και με κοιτούν όλοι καλά καλά, μ' ένα ύφος του τύπου "δεν έχεις πάρει χαμπάρι, κοπέλα μου, φύγε από κει να γλιτώσεις".

Την ώρα που θέλω να σηκωθώ γιατί φτάνω στη στάση μου, μου έχει μπλοκάρει το δρόμο. Κοιτάω για λίγο μπας και μπορώ να την κάνω, χωρίς να τον ενοχλήσω, και σ' αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου, πετάγεται ένας κουραδόμαγκας από τους απένταντι: "ρίχτου μωρέ μια σπρωξιά...".

- Φιλαράκι, κάνεις μία έτσι να βγω λίγο?
- Ωωωωωωωωωω, ναι, ναι, σόρρυ, σόρρυ, σόρρυ κοπελιά, ναι..
- Ντάξει, ντάξει, κανένα πρόβλημα
(έχω περάσει)
- Χίλια συγνώμη σου ζητάω, δεν σε είδα, συγνώμη, ε?
- Σιγά ρε φίλε, από πίσω σου ήμουνα, πως να με δεις... ΟΚ είμαστε.
- Αααααχαχαχααα, ναι, ναι, έχει κανένας μάτια και στην πλάτη, ε??? Χαχαχαα, ε? ε?
(Γελάμε)
(Ξανακούω μία χαζομούνα "είδες, δεν είναι με τα καλά του, τώρα στην κοπέλα μιλάει κανονικά, δεν την βρίζει")

Βλέπω ότι τσάμπα σηκώθηκα, είμαι μία στάση πριν, αλλά δεν ξανακάθομαι όμως, στέκομαι σχετικά κοντά στην πόρτα. Ανοίγει η πόρτα. Ακούω τον Κώστα να λέει πανικόβλητος κάτι, αλλά δεν τον πολυκαταλαβαίνω, πιάνω ένα "ειδοποιήστε τους", αλλά δεν στροφάρω. Γυρνάω παράλληλα να τον δω κιόλας και τότε τον βλέπω να μαζεύει άρον άρον τα τελευταία κέρματα και να τρέχει για να βγει.

Τότε κατάλαβα ότι μάλλον ήθελε να του κρατήσει κάποιος την πόρτα. Όλα αυτά γίνονται μέσα σε μια στιγμή, έτσι? Ακούω το σήμα του κλεισίματος, καταλαβαίνω ότι κι ο Φλας Γκόρντον να ήμουν, δεν τον προλαβαίνω, γι' αυτό όπως έχω πεταχτεί, φωνάζω παράλληλα "ώπα, μη" κι ούτε ξέρω ακριβώς τι άλλο. Με το κεφάλι σφηνωμένο στην πόρτα ο Κώστας να ουρλιάζει "το κεφάλι μου, πεθαίνω", εγώ να έχω βάλει τα χέρια μου από πάνω και να προσπαθώ μ' όλη μου τη δύναμη ν' ανοίξω τις πόρτες. Συνειδητοποιώ ότι μαλακίζομαι, γιατί είναι μεν ενστικτωδώς σωστό αυτό που κάνω, αλλά ανέφικτο. Παρόλα ταύτα μένω και πιέζω, ενώ στριγκλίζω "ΑΝΟΙΞΤΕ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ!!!!!!".

Ανοίγουν οι πόρτες. Ο Κώστας δυσκολεύεται να βγει, είναι μες τη μέση. Τον πιάνω από τα μπράτσα και τον βγάζω έξω, ρωτώντας αν είναι καλά. "Πονάω, αλλά καλά είμαι" λέει, ξαναμπαίνω και νομίζω ότι όλα τέλειωσαν καλά. Ξαναγυρνάει και τρώει σκάλωμα ότι ξέχασε στη βιασύνη του κέρματα στο κάθισμα. Το κατάλαβα γιατί κοιτούσε προς τα κει με τη φάτσα της αγωνίας και της απελπισίας. Πριν βγάλει κιχ του λέω "τα πήρες, τα πήρες", αλλά ξανακούγεται το σήμα για τις πόρτες κι αυτός συνεχίζει ακάθεκτος. Βγαίνω μισή έξω και τις κρατάω ... πως να το πω τώρα... σαν σταυρός κάπως έχω κάτσει, για να εκμεταλλευτώ όλη τη δύναμη του σώματός μου άμα ξανακλείσουν.
- "Μήπως ξέχασα τίποτα..."
- "Τα πήρες, σου λέω, τα πήρες!"
- "Ναι, να δω όμως..."
- "Είδα εγώ, αλήθεια, δεν έχεις ξεχάσει τίποτα, ΦΥΓΕ ΞΑΝΑΚΛΕΙΝΕΙ Η ΠΟΡΤΑ"
(όλο αυτό, με μένα να τον βγάζω έξω, αυτόν να παλεύει να ξαναμπεί μέσα, και μια φωνή από το υπερπέραν - οδηγός? σεκιουριτάς? - να γκαρίζει "ΦΥΓΕ ΡΕ ΑΠΟ ΚΕΙ! ΦΥΓΕ ΛΕΜΕ!", αλλά να μην πλησιάζει)
- "Σίγουρα είδες καλά ρε κοπελιά... είναι τα λεφτά μου..." (φωνή που ακούγεται στο τέλος σαν λυγμός, σαν να πρόκειται να βάλει τα κλάμματα)
-"ΣΤΟ ΛΟΓΟ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΜΟΥ!!!!! ΤΙ ΑΛΛΟ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ???? ΦΥΓΕ, ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΘΑ ΧΤΥΠΗΣΕΙΣ!!!!  ΣΤ' ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ!!!!!!" (φωνή που ακούγεται στο τέλος σαν λυγμός, σαν να πρόκεται να βάλω τα κλάματα)
-  "Όχι, όχι, μην ορκίζεσαι... άμα μου λες εσύ στην τιμή σου... ευχαριστώ για όλα..."
Και γυρνάει και φεύγει.

Κλείνουν οι πόρτες και ξεκινάμε. Με κοιτούν όλοι καλά καλά.
ΤΟΤΕ συνειδοτοποιώ ότι τόση ώρα, δεν είμαι μόνη μου εκεί, υπάρχει ένα σωρό κόσμος, ο οποίος δεν έχει κουνηθεί καν από το κάθισμά του. Ανεξαρτήτως φύλου ή ηλικίας, είναι όλοι απλοί θεατές. "Να δούμε τι θα γίνει παρακάτω".

Λέμε ότι ο κόσμος πια έχει τρομάξει, και να σου τύχει κάτι μέρα μεσημέρι μες τον κόσμο κανείς δεν επεμβαίνει γιατί φοβούνται... μην πάει κανείς απ' την καλοσύνη του, μην πάει απ' τ' άδικο...

Σ' ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ, ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΒΟΗΘΟΥΣΕ ΚΑΝΕΙΣ, ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΜΟΥ?
ΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΦΟΒΟΝΤΟΥΣΑΝ, ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΟΥ, ΓΑΜΩ?
ΠΩΣ ΤΟ ΚΟΨΑΝ ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ ΔΗΛΑΔΗ?
ΟΤΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΘΑ ΒΓΑΖΕ ΣΟΥΓΙΑ "Ο ΚΑΚΟΣ" ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΦΑΞΕΙ?

Ούτε φόβος, ούτε τίποτα. Ένα "στ' αρχίδια μας" ήταν.
Στ' αρχίδια μας αν χτυπήσει το πρεζόνι, στ' αρχίδια μας κι αν χτυπήσει η άλλη μαλάκω που μπαίνει σε κίνδυνο για ένα πρεζόνι. Άι στιχτίρ, μας καθυστέρησαν κι ίσαμε 2-3 λεπτά!








*(ο τίτλος είναι εμπνευσμένος
από την στήλη της κ. Λένας Διβάνη στο Protagon)