"Well, I'm gonna get out of bed every morning... breathe in and out all day long.
Then, after a while I won't have to remind myself to get out of bed every morning and breathe in and out...
and, then after a while, I won't have to think about how I had it great and perfect for a while."

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

ΚΑΘΑΡΗ, ΠΟΤΕ


(συνέχεια)

Ο δεύτερος λόγος, λοιπόν...

Είχα αραιώσει πολύ το γράψιμο στο μπλογκ μου, γιατί αισθανόμουν ότι τά ‘χω πει όλα. Μετά τό ‘κοψα τελείως, γιατί είχα ένα σκασμό πράγματα που έγραφα, αλλά για προσωπικούς λόγους δεν ήθελα να δημοσιευθούν. (Τέτοιες περιπτώσεις στα χρόνια που λειτουργεί το μπλογκ μου, πάντα υπήρχαν, απλά πλέον ήταν μόνο τέτοιες). Δεν το έκλεισα ποτέ όμως. Για λόγους που ανέφερα σε παλαιότερη ανάρτηση και γιατί μπορεί και νά ‘ξερα κατά βάθος, ότι θά ‘ρθει η μέρα που θα νιώσω πάλι την ανάγκη να ξαναγυρίσω στον «τόπο του εγκλήματος», έστω και πρόσκαιρα, ή έστω ακόμα-ακόμα και για μία μόνο ανάρτηση. Αρκεί να με «τσίγκλαγε» κάτι... Κι αυτό το κάτι ήταν μια «ανακάλυψη» ας την πούμε, η οποία όμως κατ’ ουσίαν ήταν επιβεβαίωση. Πολύ σημαντική για μένα, για ό,τι είμαι. Ένιωσα λοιπόν πως πρέπει να υπάρχει κι εδώ, γιατί αυτό το «εδώ», εγώ είμαι. Κι ήθελα νά ‘ρθω να μου το πω. Κι όπως κατά καιρούς ανατρέχω και με διαβάζω και με ξαναθυμάμαι, να συναντώ κι αυτήν την επιβεβαίωση του έτους 2012 και να την επεξεργάζομαι το εκάστοτε έτος που θα είναι τότε. Να δω αν θα εξακολουθώ να φοράω μωβ γάντια κι αν θα me διακατέχει ένα curly spirit

Σ’ αυτό το μπλογκ υπάρχουν τα πάντα μου. Οι ιδέες, οι σκέψεις, οι θεωρίες, τα πιστεύω μου. Τα καλά μου, τα στραβά μου, τα μαύρα μου, τα άσπρα μου. Σαν ένα ημερολόγιο που θες να το μοιραστείς. Όλα. Ένα «εγώ» σε μορφή μπλογκ. Είναι κάπως σαν «ανοιχτές» συνομιλίες με τον εαυτό μου, ένα πράγμα. Πάντα ευθείς και ειλικρινείς, χωρίς τίποτα ωραιοποιημένο για να είναι αρεστό. Έτσι, όσοι γνώρισαν πρώτα την «διαδικτυακή εμένα», και μετά την «πραγματική εμένα», είδαν πως δεν υπάρχει διαφορά από τη μία μορφή στην άλλη. Κι αυτό το άτομο - ανεξαρτήτως της «μορφής» που το γνώρισε, λίγη σημασία έχει αφού πρόκειται για το ίδιο και το αυτό - ο καθένας το κατέταξε όπου νόμιζε, και πολύ καλά έκανε. Εμένα αυτό δεν με αφορά και δεν με αφορούσε ποτέ. Αυτό που με αφορά, είναι πως όλοι, ευθύς εξαρχής, ήξεραν πως «what you see is what you get» και δεν ξεγέλασα ποτέ μου άνθρωπο.

Υπάρχουν πολλοί γύρω μας που κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Άλλοι εν γνώσει τους και άλλοι εν αγνοία τους. Οι πρώτοι για να εξαπατήσουν και οι δεύτεροι επειδή για τον άλφα ή βήτα λόγο είναι ήδη εξαπατημένοι από τον εαυτό τους, κι έτσι έχουν πρωτίστως οι ίδιοι μια στρεβλή εικόνα του εαυτού τους, άρα εκ των πραγμάτων, περνούν στους γύρω τους λάθος μηνύματα. Με τους πρώτους, δεν ασχολούμαι, άτομα χωρίς συνείδηση, μακριά από μας. Για τους δεύτερους, πάντα υπάρχει η ελπίδα να «ξυπνήσουν», αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει πως θα έχουν την ικανότητα κάποια στιγμή να αναγνωρίσουν/παραδεχτούν πως κάτι δεν πάει τόσο καλά όσο νομίζουν. Δείγματα ότι «κάτι δεν πάει καλά»? Πάμπολλα. Αν δεν φοράς παρωπίδες, τα βλέπεις. Αν φοράς? Δε πα να σού ‘ρχονται κατάμουτρα με φωσφορίζοντα βελάκια... Αν δεν αναγνωρίζεις τα δείγματα ή κάτι πας να μυριστείς, αλλά επιβάλλεις στον εαυτό σου στρουθοκαμηλισμό επειδή είναι ευκολότερος, είσαι απλά άξιος της μοίρας σου. Και ζεις με τους εφιάλτες σου, κυριολεκτικά και μεταφορικά. (Αν δεν έχεις εφιάλτες, απλά ανήκεις στους πρώτους, σ’ αυτούς που δεν έχουν συνείδηση).

Πέρασα μία περίοδο από αυτές που άλλοι τις λένε «ενδοσκόπησης», άλλοι «ψαξίματος», άλλοι «αναδρομής»... δεν έχει σημασία πως λέγονται. Σημασία έχει πώς βγαίνεις από αυτές. Γιατί θέλοντας και μη, γίνονται επαναξιολογήσεις, απολογισμοί...

Λυπάμαι όσους βγαίνουν από μια τέτοια διαδικασία αναθεωρώντας. Φαντάζομαι θα πονάει πολύ να καταρρίπτονται όλα όσα νόμιζαν/θεωρούσαν/πίστευαν. Όσα λάθη τους στοίχισαν και βλέπουν πια πού οφείλονταν. Όμως τους βγάζω το καπέλο, που μπήκαν σε μια τόσο επώδυνη διαδικασία, όταν το εύκολο θα ήταν να παραμείνουν με το κεφαλάκι τους βουτηγμένο στην άμμο. Αν μάλιστα καταφέρουν να γκρεμίσουν και ν’ αλλάξουν δια παντός όλα τα στραβά που τους αποκαλύφθηκαν, με ΟΠΟΙΟ κόστος, και προχωρήσουν βάσει αυτών που ανακάλυψαν για τον εαυτό τους και για τα θέλω τους... είναι νικητές. Και τους αξίζει ένα μεγάλο μπράβο. Αιωνίως χαμένοι και αιωνίως για λύπηση, για μένα θα παραμείνουν πάντα, όσοι δεν βουτήξουν μέσα τους ποτέ.

Εγώ βούτηξα. Με τρόμο. Δεν κάνω την γενναία, καμία σχέση. Ίσα ίσα, δεν ντρέπομαι να πω, πως με αφορμή μια υφιστάμενη επώδυνη κατάσταση, βρήκα το θάρρος να το κάνω, σκεπτόμενη «πόσο πιο χάλια μπορεί να γίνω»? Δεν έχει σημασία η αφορμή, η απόφαση μετράει. Ας βρει ο καθένας το κίνητρο που του ταιριάζει. Μου πήρε πάρα πολύ καιρό. Μα πάρα πολύ. Και λογικό είναι, δεν γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη αυτές οι «δουλειές»... (σαν φασίνα το βλέπω, όντως!). Το άφηνα να συμβαίνει. Δεν βιαζόμουν να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα, απολάμβανα τη διαδικασία. Και λέω «απολάμβανα» γιατί ήταν το μόνο ευχάριστο που συνέβαινε σε μία περίοδο κατά την οποία εγώ «πλήρωνα» το τίμημα της κοσμοθεωρίας μου, καθώς αυτή με είχε φέρει κατά κάποιον τρόπο σε εκείνη την κατάσταση. Ζύγιζα και ξεκαθάριζα, ζύγιζα και ξεκαθάριζα, ζύγιζα και ξεκαθάριζα.

Όσο έβλεπα τη ζυγαριά να γέρνει υπέρ της κοσμοθεωρίας μου, τόσο λίγοτερο επώδυνα κατέβαλλα το εν λόγω τίμημα. Αυτή ήταν μια συναρπαστική ανακάλυψη για μένα. Πλήρωνα και το «φχαριστιόμουν» τρόπον τινά, όχι από κάποιο άρρωστο μαζοχισμό, αλλά επειδή η πληρωμή συνοδευόταν από ένα «χαλάλι», το οποίο όσο πήγαινε και γινόταν πιο σίγουρο και ισχυρό. Αυτός ήταν κι ο σκοπός της ενδοσκόπησης άλλωστε. Αν ανακάλυπτα ότι «πλήρωνα τζάμπα και βερεσέ», θα κατέληγα στο συμπέρασμα ότι «κάτι δεν πάει και πολύ καλά με την κοσμοθεωρία μου». (Και τότε – υποθέτω ξεκινάει κάποιος δεύτερος γύρος, όπου χρειάζεται κανείς να βρει που κάνει το λάθος.)

Ευτυχώς εμένα όλο και ενισχύονταν οι πεποιθήσεις μου, γι’ αυτό πήγαινα από το καλό στο καλύτερο ως ψυχική διάθεση. Και οι «καταβολές τιμήματος» συνεχίζονταν... Θά ‘χετε όλοι παρατηρήσει ότι σε περιόδους εορτών, υπάρχει μια... προσαύξηση! Ναι, ναι, σαν το δώρο Χριστουγέννων, το δώρο Πάσχα στα μαγαζιά... κάπως έτσι. Οπότε αφού πλήρωσα την προσαύξηση Γενεθλίων, την προσαύξηση Ονομαστικής Εορτής, περίμενα έντρομη να δω τι σκατά θα πληρώσω για Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Στα Χριστούγεννα, είχα πέσει αρκετά μέσα στις προβλέψεις μου. Οπότε λίγο η σωστή πρόβλεψη, λίγο το όλο και πιο ενισχυμένο «χαλάλι»... την πάλεψα. Η πουτάνα η Πρωτοχρονιά ήταν πέρα από κάθε πρόβλεψη... Είπαμε, κύριος, πόσο κάνει, να πλερώσω... αλλά όχι κι έτσι!!! Τά ‘δα όλα. Όλα όμως.

Και κάπου εδώ θά ‘ρθω να να κάνω τη σύνδεση με το Α΄μέρος, που αφορούσε τον Καρλ από το «Καθαροί, Πια». Ο ακρωτηριασμένος Καρλ που μ’ ό,τι του απέμεινε χορεύει σε πείσμα των Πάντων. Αυτή η σκηνή είναι πάντα μέσα μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και σε πρώτο επίπεδο. Είναι κάπου βαθιά, και δοθείσης αφορμής έρχεται κατά καιρούς στην επιφάνεια. Π.χ. υπήρξε κάτι, που παρέπεμπε ευθέως στον ακρωτηριασμό του Καρλ, αλλά που τη δεδομένη στιγμή δεν ήμουν σε θέση να το αντιληφθώ. Αφορά την έναρξη από ένα κείμενο που έγραψα κάποια στιγμή, από αυτά που δεν δημοσιεύω. (Πριν περάσω «δεύτερο χέρι» τα γραφόμενά μου, εδώ είχα το εν λόγω απόσπασμα, προκειμένου να γίνει σαφέστερο αυτό που θέλω να πω. Μετάνιωσα όμως, δεν αφορά το παρόν, και ίσως δημιουργηθεί σύγχιση).

Κι ερχόμαστε σ’ ένα Πρωτοχρονιάτικο πάρτυ, όπου όλοι χορεύουν, κι εγώ, ΕΓΩ, που όλοι ξέρουν ότι δεν βάζω κώλο κάτω στα πάρτυ, είμαι παλουκωμένη σε μία καρέκλα, με το μπανταρισμένο πόδι μου πάνω σ’ ένα σκαμπώ κι ακουμπισμένες δίπλα μου ένα ζευγάρι πατερίτσες. (Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς, με τόσο άπλετο χρόνο που είχα στη διάθεσή μου, όντας καθηλωμένη στο σπίτι, σε τι επίπεδα είχε φτάσει η ενδοσκόπησή μου τις αμέσως προηγούμενες μέρες. Το «ζύγισμα» έδινε κι έπαιρνε. Κάπως έτσι θυμήθηκα κι εκείνο το κείμενο για το οποίο κάνω λόγο παραπάνω, αλλά πάλι δεν μου έκανε κλικ σε σχέση με τον Καρλ.) Είμαι σ’ αυτό το πάρτυ, λοιπόν, όπου κάποιοι ξέρουν τον συναισθηματικό τραυματισμό που έχει προηγηθεί και όλοι – γιατί είναι προφανής – τον σωματικό τραυματισμό του παρόντος. Ανά διαστήματα, όπως μιλάω με διάφορους, εισπράττω τύπου «συγχαρητήρια» που βρίσκομαι εκεί, έστω κι έτσι, που δεν το βάζω κάτω, που τι δυνατή που είμαι, κλπ. Με ρωτάει μια κοπέλα «που τη βρίσκεις τη δύναμη? γιατί φαίνεται πως δεν είναι προσποιητό όλο αυτό, φαίνεται στο πρόσωπό σου που λάμπει, το πόσο καλά είσαι!» κι εγώ στέκομαι λίγο να σκεφτώ την απάντησή μου. Ήξερα ήδη, πως αφού μετά από τόοοοσο καιρό η ζυγαριά δεν έπαψε να γέρνει υπέρ μου, ό,τι κι αν της έβαζα από την άλλη, ακόμα και την ασήκωτη-από-το-βάρος-γαμημένη-Πρωτοχρονιά, το πιθανότερο ήταν να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι «τελικά, χαλάλι για όλα, αφού δεν αλλάζω τίποτα απ’ όσα πίστεψα και υποστήριξα στη ζωή μου». Όμως σαν κάτι να περίμενα ακόμα... κάτι σαν επίλογο? δεν ξέρω ακριβώς... σαν «επισφράγιση»? μάλλον κάτι τέτοιο... Οπότε γι’ αυτό κοντοστάθηκα πριν απαντήσω. Είπα ένα θα σου πω μετά, και την «άφησα» να εκσφενδονιστεί προς την «πίστα», στο άκουσμα της έναρξης ενός τραγουδιού, που προφανώς γούσταρε να το χορέψει.

Κι εκεί, σε μια φαινομικά αδιάφορη στιγμή, ακούω ένα φαινομενικά αδιάφορο τραγούδι, που ποτέ δεν στάθηκα ν’ «ακούσω» τους στίχους του, δεν ήξερα γιατί μιλάει, το θεωρούσα ένα τραγουδάκι της μοδός, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μου άρεσε, μου άρεσε και πολύ μάλιστα, αλλά ως μελωδία και αίσθηση αισιοδοξίας που απέπνεε κατ’ εμέ. Όπως όμως τους έβλεπα όλους να λυσσάνε στο χορό, και κυρίως όταν είδα να το τραγουδάνε 2-3 φίλοι γαλλομαθείς, «στάθηκα» ν’ ακούσω. Λέω, δεν μπορεί, για να χτυπιούνται και να ουρλιάζουν αυτοί με τέτοιο πάθος... Και άκουσα. Και κατάλαβα τι έλεγε. Αποτέλεσμα? Βούτηξα τις πατερίτσες, σηκώθηκα και πήγα ανάμεσά τους και χόρευα κι εγώ, όπως δεν έχω ξαναχορέψει ποτέ. Όπως μπορούσα μεν – δεδομένης της κατάστασής μου, αλλά όπως ένιωθα δε. Και ούρλιαζα κι εγώ τους στίχους, κι ένιωθα να βγαίνουν από το μεδούλι της ψυχής μου, κι ας ήταν ένα απλό τραγουδάκι της εποχής. Για μένα το όλον, ήταν η επισφράγιση που περίμενα. Αισθανόμουν υπέροχα από τις αντιδράσεις των γύρω μου, σαν να ήμουν ολόκληρη ένα μήνυμα αισιοδοξίας. Τότε ήταν, που σαν να βγήκα από το σώμα μου και με είδα από απόσταση. Τα μάτια των άλλων, μ’ έκαναν να θέλω να «δω» τι βλέπουν. Γιατί εννοείται πως αρχικά πετάχτηκα ενστικτωδώς και καθόλου δεν με απασχολούσε η εικόνα που θα παρουσίαζα. Όταν «με είδα» λοιπόν απ’ έξω, ξανάδα ολοζώντανο μπροστά μου τον Καρλ σ’ εκείνη την παράσταση. Προς Θεού, τηρουμένων των αναλογιών πάντα, δεν συγκρίνω τις καταστάσεις, την αίσθηση συγκρίνω. Αυτό μου ήρθε αυτόματα στο μυαλό.

Εγώ, με τις «παράπλευρες» απώλειές μου, να χορεύω όπως – όπως, και να τραγουδάω τα «θέλω» μου, το «έτσι είμαι» μου, και κυρίως, το «θέλω να τα τινάξω με το χέρι στην καρδιά» μου. Όχι, στο κεφάλι μου, ρε πούστη μου, στην καρδιά μου.

Έτσι, λίγο αργότερα, μετά από αυτήν την «φλασιά», η φίλη την πήρε την απάντησή της. Είμαι καλά και νιώθω δυνατή, επειδή γνωρίζω και αποδέχομαι τον εαυτό μου, επειδή παλεύω για να μην τον προδίδω - και δόξα τω Θεώ το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το έχω επιτύχει, δεν έχω προδώσει τα πιστεύω μου, δεν έχω προδώσει τις αρχές μου, δεν έχω προδώσει τα θέλω μου, δεν έχω προδώσει τους γύρω μου. Αυτό. Με όποιο τίμημα. Δεν πειράζει, αντισταθμίζεται. Αντισταθμίζεται με την αγάπη όλων όσων με αποδέχονται και είναι δίπλα μου γι’ αυτό που είμαι. Αυτών που μπορούν να λένε με σιγουριά φράσεις όπως «η Στέλλα δεν θα το έκανε ποτέ αυτό», ή «αυτό είναι εντελώς Στέλλα» ή «ξέρω πολύ καλά τι θα έκανε η Στέλλα για μένα» και βάζουν το χέρι τους στη φωτιά γι’ αυτό, τίποτα δεν μπορεί να τους κλονίσει. Κυρίως όμως, αντισταθμίζεται με τον σεβασμό και την αγάπη που έχω εγώ στον εαυτό μου.




~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

Το τραγούδι το ακούτε ήδη από δίπλα, αλλά αφήνω εδώ ένα υπέροχο unplugged, το οποίο έχει ελληνικούς υπότιτλους για τους μη γαλλομαθείς. Η μόνη μου ένσταση στη μετάφραση είναι ότι χρησιμοποιεί το ρήμα «να πεθάνω» ενώ στα γαλλικά δεν χρησιμοποιεί το αντίστοιχο, αλλά κάτι που σημαίνει όπως είπα πριν «να τα τινάξω» (ή «ψοφήσω»)! Συγνώμη, αλλά έχει διαφορά!