"Well, I'm gonna get out of bed every morning... breathe in and out all day long.
Then, after a while I won't have to remind myself to get out of bed every morning and breathe in and out...
and, then after a while, I won't have to think about how I had it great and perfect for a while."

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Whishful thinking*


Αυτό θα σου τραγουδάω.
Και θα κλείνουμε τα μάτια
και θά 'ναι όπως τώρα.














*(Wikipedia): Wishful thinking is
the formation of beliefs and making decisions
according to what might be pleasing to imagine
instead of by appealing to evidence or rationality.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Bitter Orange


Ακόμα κι αν περπατάω μέσα σε βομβαρδισμένο τοπίο, με κίνδυνο της ζωής μου,
αν δω μπροστά μου νεράντζι, θα πάω να το κλωτσήσω.

Δεν θα το προσπεράσω.

Μην κάνεις σαν να λέω πως πετάω νεράντζια γεμισμένα με ξυραφάκια. Ότι τα κλωτσάω, λέω. Κι όσο πιο μακριά πάει, τόσο μεγαλύτερη χαρά θα κάνω, κι ας με κοιτούν περίεργα οι περαστικοί. Κι αν σφηνώσει κάπου και δεν φύγει όπως ήθελα, θα πάω να το ξανακλωτσήσω. Κι ας έχω αργήσει στα σημαντικά Σας ραντεβού. Και κάθε τέτοια εποχή που είναι πολλά πεσμένα κάτω, θα κάνω και ζιγκ-ζαγκ, μη μου ξεφύγει κανένα, τώρα που τα βρήκα. Κι αν μου ξεφύγει ένα, θα το σκέφτομαι όλη μέρα στο γραφείο. Ειδικά αν το έχασα για ηλίθιο λόγο, όπως "με κοιτάνε όλοι καλά - καλά...".

Και θα προτιμούσα χίλιες φορές, αντί να τσακωνόμαστε επειδή τα κλωτσάω, να τσακωνόμαστε για το ποιος είναι ο πιο ζαβολιάρης, και κλώτσησε νεράντζι που ήταν στην μεριά στου άλλου.




UPDATE: Είδα προλίγου αυτό, κι έχω μείνει άφωνη. Νομίζω ότι κάπου εκεί μέσα χωράνε και τα νεράντζια μου... (Φιλενάδα μου, πόσο σ' ευχαριστώ...)

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

Γέλα, κυρία μου...

UPDATED


Δεν ξέρω ποιος με δοκιμάζει...
αλλά οφείλω να του αναγνωρίσω,
ότι κάνει πολύ καλή δουλειά ο πούστης...




Πούστης - Στέλλα: 0 - 1
ή μάλλον...
Στέλλα - Πούστης: 1 - 0
(ούτε ότι είναι δικό του το γήπεδο δεν θέλω ν' αναγνωρίσω...)
ΧΑ!

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Αυστηρώς ακατάλληλον


Εκεί τους είχαν δει. Έπιναν από νωρίς, όπως είχαν έρθει από τη θάλασσα. Εκείνη φορούσε ανακατεμένα μαλλιά, ηλιοκαμμένα μάγουλα, αλμυρή ξεγνοιασιά και καλοκαιρινό διαμπερές χαμόγελο. Εκείνος φορούσε πάνω κάτω τα ίδια. Τους έβλεπαν να μιλάνε και να γελάνε ασταμάτητα. Τα ποτήρια με το ντεκόρ-υπερθέαμα και το περιεχόμενο-ουράνιοτόξο, πήγαιναν κι έρχονταν. Την ώρα που έπεφτε ο ήλιος και το φόντο έπαιρνε τα χρώματα του Άρλεκιν, ακούστηκε αυτή η μουσική. Και τότε αντίκρυσαν ένα παράξενο θέαμα.

Εκείνη άρχισε να χορεύει κι Εκείνος ανταποκρίθηκε. Οι μαμάδες πήραν τα μικρά τους για να μην βλέπουν. Οι κακογαμημένοι πουριτανοί έριχναν κλεφτές ματιές δήθεν αηδιασμένοι. Άλλοι απλά τους χάζευαν εκστασιασμένοι. Κανείς μα κανείς όμως δεν τους ξέχασε ποτέ. Έφυγαν όλοι με την αίσθηση ότι είχαν μόλις δει ένα ζευγάρι να κάνει έρωτα μπροστά στα μάτια τους. Ένιωσαν το πάθος τους, να τους αγγίζει και να τους τρυπά μέχρι τα κόκκαλα. Κόπηκε η ανάσα τους, ίδρωσαν τα πρόσωπά τους, αυξήθηκαν οι σφυγμοί τους. Ήταν απολύτως σίγουροι για όλα αυτά που είδαν και ένιωσαν. Με τη διαφορά ότι Εκείνος κι Εκείνη δεν άγγιξαν καν ο Ένας τον Άλλον, σε καμμία στιγμή. Απλά είχαν μπει ο Ένας μέσα στα μάτια του Άλλου, καθρέφτιζαν τα χαμόγελά τους και χόρευαν. Κι είχαν μπλεχτεί μεταξύ τους αυτά που φορούσαν.


Τους ξανάδαν κάποια πρωινά στην παραλία να παίζουν με τα κουβαδάκια τους. Κάποια βράδια με φωτιά στην άμμο να τραγουδάνε. Ούτε μια φορά αγκαλιά, ούτε μια φορά πιασμένους χέρι-χέρι, ούτε μια φορά μουτρωμένους. Πάντα μαζί και πάντα χώρια. Κι όμως... κάθε φορά που τους έβλεπαν, άκουγαν καθαρά σ' αυτιά τους εκείνη τη μουσική κι ένιωθαν την ίδια ταραχή. Ακόμα και έτη φωτός μετά από εκείνον τον χρόνο κι εκείνον τον τόπο. Ήταν πάντα το ζευγάρι που έκανε έρωτα σ' ένα beach bar, μεθυσμένο από φανταχτερά κοκτέιλς κι έναν ψεύτη ήλιο.

Τι ήταν Εκείνοι για Εκείνους, Εκείνοι ο Ένας για τον Άλλον, Εκείνοι Μεταξύ τους, δεν το έμαθε κανείς ποτέ. Ούτε οι Ίδιοι.















Εκεί: Η φωτό
Αυτή: Η μουσική από δίπλα

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Dead can bloom


Και σου λέω εγώ τώρα, ότι είσαι ζωγράφος. Ή μουσικός.

Και δεν μπορείς να ζωγραφίσεις. Ή να παίξεις μουσική.

Μη βιάζεσαι. Έχει κι άλλο.

Και δεν μπορείς ούτε να δεις μια έκθεση, έναν πίνακα, τίποτα.. Ή ν’ ακούσεις ραδιόφωνο, να πας σε μια συναυλία, τίποτα.

Αυτό δεν το φανταζόσουν, ε; Έτσι, όπως τ’ ακούς, λοιπόν. Τόσο.

Και για να επιβιώσεις, το θάβεις. Όλο. Όλο αυτό. Σαν να μην υπάρχει, ρε παιδί μου, τέλος. Μία τέχνη λιγότερη.

Να πούμε ότι τα καταφέρνεις; Λέμε τώρα... Άντε να πούμε κι ότι τα καταφέρνεις.

Κι έρχονται μια μέρα και κουνιούνται μπροστά σου καβαλέτα και χρώματα και πινέλα... Ή μουσικά όργανα και παρτιτούρες...

Τόσα κοντά ώστε να τα αντιληφθείς, τόσο μακριά ώστε να είναι άπιαστα.

Τι; Τι έπαθες; Μίλα μου! Εγώ; Εγώ στο προκάλεσα, μ' αυτά;

Συγνώμη... δεν ήξερα ότι ζούσες.