
(Άμα μου κολλήσει ένα τραγούδι...)
Ήχος τακουνιών. Αλογοουρά που ανεμίζει και μπερδεύεται με τα κρόσσια της εσάρπας. Προτεταμένα χέρια με φυλλάδια μου κλείνουν τον δρόμο και τα προσπερνώ με χάρη. Συννεφιά.
(Γελά ο ήλιος κι αμολιέται στα στενά)
Τα ξερά φύλλα στροβιλίζονται και ξαφνικά έρχονται όλα σαν βροχή από πάνω μου. Πολύ μου αρέσει η σημερινή σκηνοθεσία, εμπνευσμένη. Τινάζω όσα έμειναν πάνω μου, επίσης με χάρη, πως αλλιώς; Εντελώς φθινόπωρο.
(Το κόκκινο για τη ροδιά)
Έκατσαν έξω οι πιτσιρίκες σήμερα και ο «παραδείσιο πουλί» που γουστάρει την «άπειρα χαϊμαλιά», έχει στραβολαιμιάσει να κοιτάει. Λέει ένα ξερό ευχαριστώ για τον καφέ στην ξανθούλα και φεύγει περίλυπος. Όταν την πετύχει μέσα όμως, το τι λέει για να χασομερήσει μέχρι να (αλλά και αφού) πάρει τον καφέ! Μου θυμίζει τους στίχους από το «Εκείνη» του Δεληβοριά. Τόσο γλυκές χαζομάρες... Κι η άλλη τινάζει το μαλλί αδιάφορα...
(Το πράσινο για τα παιδιά)
Η ξανθούλα, ενώ δεν ρωτάει καν τι θέλω, που πάει να πει με γνώρισε, μου μιλάει μ’ έναν αμήχανο συνδυασμό ενικοπληθυντικού, προφανώς λόγω της αλογοουράς και της εσάρπας. Της κάνω λίγο μαντάμ φαίνεται σήμερα... Ίσως είναι κι αυτή η «χάρη» που λέγαμε. Εδώ μπερδεύτηκα εγώ, η κοπελίτσα δεν θα μπερδευτεί... Βλέμμα καρφωμένο στην Πανεπιστήμιου.
(Για της Μυρσίνης την ποδιά;)
Καίει το ρημάδι ακόμα. Αλλά ήθελα λίγο για το τσιγάρο. Βολεύομαι με νεράκι και μεταφέρω τις ελπίδες μου για έναν καφέ/καλημέρα στο γραφείο.
(Τσιγάρα, ΟΚ, κινητό, ΟΚ, πορτοφόλι, ΟΚ, χάρη, ... , χάρη, ... )