"Well, I'm gonna get out of bed every morning... breathe in and out all day long.
Then, after a while I won't have to remind myself to get out of bed every morning and breathe in and out...
and, then after a while, I won't have to think about how I had it great and perfect for a while."

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Καλειδοσκόπιο


Πόσο ίδια όλα... Και πόσο διαφορετικά...

Περίεργο παιχνίδι της μοίρας αυτή η βραδιά...

Γιατί αυτή η ομοιότητα, η επανάληψη; Τι νόημα είχε να το ξαναζήσω όλο αυτό, αλλά με μία επικάλυψη μελαγχολίας για τη βασική διαφορά του τότε με το τώρα;

Μια βραδιά πανομοιότυπη με μιαν άλλη... Μα τότε ανάλαφρη, ανυποψίαστη, ελπιδοφόρα... Μια καθαρή και ξάστερη χαρά... Ούτε μία σκιά... Ενώ τώρα, βαριά στο στήθος, με την γνώση της κατάληξης να πικραίνει το στόμα, με τα «γιατί» να φέρνουν δάκρυα... που τα πνίγεις στο λαιμό, μην και βρεθούν πίσω απ’ τα μάτια... κι από κει ποιος τα σταματάει... αλίμονο, πόσα «γιατί» θα φέρουν ακόμα, αν τυχόν φανερωθούν!

Μα όλα ίδια...! Τα μέρη, το περπάτημα, το φιλί, η αφορμή, η επίσκεψη, τα λόγια, οι πράξεις... Να ζεις ένα παρατεταμένο déjà vu… Και να το ακολουθείς μην ξέροντας τι ακριβώς ψάχνεις, τι περιμένεις... Σχεδόν σαν υπνωτισμένη... Μ’ έναν εαυτό να το ζει, κι έναν απ’ έξω να το παρατηρεί και να προσπαθεί να το αξιολογήσει στον ίδιο χρόνο! Με κρίση θολή από τα ανάμικτα συναισθήματα που σε κατακλύζουν... Ανάμικτα όχι λόγω τον δύο εαυτών... Ανάμικτα και διαφορετικά, να έχει ο καθένας εαυτός σου ξεχωριστά! Καταιγισμός πληροφοριών, αναμνήσεων, γεγονότων... Να μην προλαβαίνει ο νους να επεξεργαστεί τίποτα, πόσο μάλλον η καρδιά να συνειδητοποιήσει τι νιώθει...

Το μόνο που ξεχώριζε κι επικρατούσε ήταν αυτή η αίσθηση της επανάληψης. Των στιγμών που ξανάρχονται και βιώνονται αυτούσιες μετά από 10 χρόνια. Με την ίδια διαδοχή, κατά τη διάρκεια μιας απρόσμενης νύχτας... Αλλά ιδωμένα μέσα από έναν σπασμένο καθρέφτη...

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

Μία σελίδα και μια εποχή

Εικόνα από devianart

"Αγριόκυκνοι"
Ερμηνεία: ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΤΑΓΚΟΥΛΗ
Μουσική/Στίχοι: ΝΙΚΟΣ ΚΟΛΛΑΡΟΣ

Από την παράσταση "Μπιμπερό"
του Σταμάτη Κραουνάκη με την Σπείρα-Σπείρα
στην Αθηναΐδα τη σαιζόν 2005-2006.


Αγριόκυκνοι πετάνε
με κλωστές αόρατες δεμένοι
σχηματισμός προς το Νοτιά
τραβούν τα μάτια μου ψηλά
μία σελίδα και μια εποχή γυρνάνε

Χιλιάδες φιλιά
που τρέμουν στον άνεμο
άνοιξαν πάλι φτερά

Χιλιάδες πουλιά
λιμάνι απάνεμο
ψάχνουνε σ' άλλη στεριά

Τα φιλιά μου γδέρνουνε το δέρμα
μικρές πληγές περαστικές
μετανιωμένες προσευχές
μα υπάρχει πάντα μια αρχή
παραμονεύει έπειτα από κάποιο τέρμα

Χιλιάδες φιλιά
που τρέμουν στον άνεμο
άνοιξαν πάλι φτερά

Χιλιάδες πουλιά
λιμάνι απάνεμο
ψάχνουνε σ' άλλη στεριά

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Νυχτερινή βόλτα σε φθινοπωρινό τοπίο

- Πως είναι;

- Είναι νωρίς.

- Μέχρι στιγμής;

- Ήσυχα.

- Μόνο;

- Μόνο... νομίζω... και όμορφα κάπου - κάπου...

- Αρκεί;

- Όχι βέβαια! Αλλά προς το παρόν...

- Φοβάσαι;

- Κάνω πως όχι.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Η ΨΥΧΩΣΗ ΤΟΥ ΜΩΒ

Η καλή μας η Mauve_All, ρωτάει κι εμένα, μεταξύ άλλων:
Γιατί μωβ blog?
Δεν μπορώ να απαντήσω,
αν δεν κάνω μια αναδρομή στο παρελθόν...

ΝΗΠΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Όποτε η καλή μου η μανούλα, θέλει να πει κακία για το γούστο μου, επαναλαμβάνει εδώ και χρόνια την εξής ιστορία: «Όταν σε πήγαινα μικρή στο πανηγύρι (= Μεταμόρφωσης του Σωτήρος), όλο διάλεγες κάτι πορτοφολάκια λαχανί-πορτοκαλί με φωσφοριζέ χαντρούλες, κι έλεγα, πως βγήκε έτσι αυτό το παιδί...»

Σημ.1. Δείγματα για μωβ σε τόσο πρώιμο στάδιο δεν έχουμε

Σημ. 2. Εννοείται ότι κι όταν συμπίπτουν οι γνώμες μας, πάλι έχει μια δυσκολία να πει καλή κουβέντα, οπότε επαναλαμβάνει την ανωτέρω ιστορία, βάζοντας στην αρχή ένα «παρόλο που...» και στο τέλος ένα «ευτυχώς κάτι κατάφερα».


ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ


Άγνωστο πως, αρχίζει πάντα να τελειώνει πρώτος ο μωβ μαρκαδόρος, να γίνεται 2 εκατοστά η μωβ ξυλομπογιά από το ξύσιμο, να αποφεύγουν να με ρωτάνε όταν επρόκειτο να μου αγοράσουν κάτι «τι χρώμα θες»...

Αποκορύφωμα: Κυκλοφορούν εκείνη την εποχή, κάτι στυλό χρωματιστά που μύριζαν κιόλας!!!! Όλα υπέροχα, αλλά με το μωβ... Ψύχωση!!! Έγραφα ασταμάτητα και μύριζα... Μέχρι τώρα θυμάμαι αυτό το άρωμα... Είχα ξετρελλαθεί, δεν έχω λόγια!!! Από τότε ως τώρα, δεν γράφω με άλλο χρώμα στυλό. Στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά...

Ρούχα δεν ψωνίζω μόνη μου – ακόμα – αλλά ξέρω ότι όταν βλέπω κάτι μωβ στις μεγαλύτερες ξαδέλφες μου, παρακαλάω να τους μικρύνει.


ΠΡΟ-ΕΦΗΒΕΙΑ


Κόβονται τα μπλε τετράδια μαχαίρι. Μόνο μπιχλιμπιδάτα, με βάση το μωβ. Επειδή δεν μου αρέσουν τα πολύ γλυκερά πράγματα, που θυμίζουν σετ αλληλογραφίας (τα θυμάστε;;;;), αρχίζω κοπτική-ραπτική! Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες μου ήταν η εξής: Ήταν ένα μεγάλο σπιράλ, που είχε μωβ εξώφυλλο και στην μέση σε έναν κύκλο μια χαζοχαρούμενη ζωγραφιά. Έκοψα με ψαλίδι τον κύκλο, πέταξα την εικονίτσα και κόλλησα από μέσα μια φωτογραφία του Jon Bon Jovi!!!!!!!! Μόνο που το θυμήθηκα, μού ‘ρχεται να πάω στο πατρικό μου και να ψάχνω τα πατάρια!!!!!!!

Ξεκινούν επίσης να επικρατούν στην ντουλάπα μου τα μωβ ρούχα. Στα σχολικά, εξυπακούεται ότι πέραν στυλό και τετραδίων, είναι όλα μωβ. Γόμες, ξύστρες, χαρακάκια.... διαβήτη δεν κατάφερα να βρω ποτέ!

ΕΦΗΒΕΙΑ


Μοναστηράκι: Μωβ σαλβάρι, μωβ φανελάκι, μωβ σκουλαρίκια και δερμάτινα σανδάλια με τσαντάκι. Τα πρώτα ρούχα που ψώνισα μόνη μου. Ακόμα τα θυμάμαι. Ανείπωτη χαρά. ΤΟ ΤΕΛΕΙΟ. Τότε άρχισαν να μου λένε πόσο όμορφη είμαι όταν φοράω μωβ. Και ακόμα δεν ξέρω, αν απλά μου πάει όπως λένε, ή αν με ομορφαίνει η χαρά που με πλημμυρίζει όταν το φορώ...

Χειμερινή κολεξιόν Μοναστηράκι: Μωβ κοτλέ ή μαύρο, και ζακάρ πουλόβερ σε μωβ αποχρώσεις ή μαύρο-γκρι. Συνδυάζονταν και σταυρωτά.

Τα «καλά» μου, από το Egg (υπάρχει άραγε ακόμα;).

Μακιγιάζ (αφού φύγω από το σπίτι εννοείται): Μωβ σκιά σε όλο το πάνω βλέφαρο και μαύρο μολύβι στην κάτω-μέσα μεριά του ματιού. Κραγιόν ροζ-μωβ, μην είμαι κι εντελώς φρίκουλας...

Παράπονο: Γιατί το Camel μαλακό να μην έχει χρώμα που ταιριάζει με τους μωβ αναπτήρες μου;;;; (ναι, δυστυχώς, από τότε καπνίζω...)

Μεγαλύτερο παράπονο: Γιατί η ζωή είναι τόσο σκατά;

Αφού βγήκα όπως βγήκα από την εφηβεία... και δόξα τω Θεώ λέω... μεγάλη μαυρίλα... Και από τα λίγα πράγματα που γλύκαιναν λίγο την μαυρίλα που είχα μέσα κι έξω: Το Μωβ μου! (και οι Deep Purple…)

20-ΚΑΤΙ



Κοίτα να δεις που τελικά η ζωή είναι ωραία...!!!

Και τον αγαπάω!!! Και μ’ αγαπάει!!!

Κι είμαι γυναίκα...

«Τώρα δεν τα βλέπεις μόνο εσύ, ρε μαλάκα, ξεκόλλα! Λιλά εσώρουχα?!?!? Θα τον ξενερώσεις εντελώς τον άνθρωπο! Ευτυχώς που ψωνίζεις και κανά μαύρο... Αυτά να πάρεις μαζί σου μόνο. Μην διανοηθείς να πάρεις αυτά τα τσιχλοφουσκέ!»

Κι ανακάλυψα και τα Body Shop…

Αφρόλουτρο White Musk, Body Lotion White Musk, όλα ασορτί, σαπουνάκια, αρωματικό λαδάκι... όλα με μωβ ετικετούλες, κάποια με μωβ περιεχόμενο... Ονειρεμένη μυρωδιά! Χαράχτηκε ανεξίτηλα σ’ όσους με ζούσαν τότε. Κι περισσότερο φυσικά σ’ εκείνον. (Κι έτσι..., για την ιστορία..., και τα λιλά του άρεσαν πολύ!)

Σπουδές:
- «Βρήκα το τάδε βιβλίο από τη Στέλλα από το τάδε έτος» - «Ποια Στέλλα; Την ξέρω;» - «Μια έτσι κι έτσι κι έτσι...» - «Μπα... δεν μού ‘ρχεται...» - «Μια που πάντα έχει κάτι μωβ;» - «Άααα!»

Δουλειά:
(μετά από τις 4-5 πρώτες παραγγελίες για γραφική ύλη)
- «Ναι, γειά σου Πόπη, παρέλαβα τα πράγματα, αλλά δεν μου έχεις βάλει τα 10 μεγάλα κλασέρ»
- «Δεν είχα μωβ, και αφού θα μου τά ‘στελνες που θα μου τά ‘στελνες πίσω, είπα να σου τα στείλω μια καλή στην επόμενη παραγγελία, που θα έχω στο χρώμα που θες»

(συνάδελφος σε καινούργιο συνάδελφο)
- «Που το βρήκες αυτό το μαρκαδοράκι?????»
- «Στο γραφείο της κοπέλας που είναι όπως μπαίνουμε...»
- «Πήγαινέ το γρήγορα πίσω και πάρε όποιο άλλο χρώμα θες! Α! Κι αν χρειαστείς ποτέ κανένα post-it για να σημειώσεις κάτι την ώρα που είσαι στο γραφείο της, μην πάρεις από τα μωβ, τα έχει μόνο για στόλισμα, τα άλλα χρησιμοποιεί»

30-ΚΑΤΙ


Έφτιαξα σπίτι. Έκανα παιδί. Αν «μαζεύτηκα»; Μπα...

Στο σπίτι βγήκα εντελώς off budget γιατί είχα την «ατυχία» ψάχνοντας για πλακάκια μπάνιου να δω κάτι μωβ. Τα οποία είχαν 3πλάσια διαφορά κι από τα πιο ακριβά που βρίσκαμε και αποκλείαμε. Σαν τον γερο-λαδά καθόμουν κάθε μέρα, όλη μέρα κι μαγείρευα τους λογαριασμούς να δω αν «βγαίνω» να τα πάρω. Μέχρι στον ύπνο μου τά ‘βλεπα. Στο τέλος, ενώ όλοι στην οικογένεια με σκυλόβριζαν, ο άντρας μου, είπε: «Κάθε φορά θα που πηγαίνει στην τουαλέτα, θα βγαίνει με τη φάτσα «δαρμένο κουταβάκι» και θα αναστενάζει. Μα ογδόντα χρονών να φτάσουμε, αυτό θα κάνει. Και θα το βλέπω εγώ, όχι εσείς. Αφήστε την να πάρει όποια θέλει, θα τα βολέψουμε με τα λεφτά».

Με το παιδί; Έπρεπε να δείτε τα μούτρα μου όταν μου είπαν ότι θα είναι αγόρι. Πάνε όλες οι φαντασιώσεις για μωβ παιδικό δωμάτιο, μωβ μωρουδιακά, μωβ αρκουδάκια και κουνελάκια... Μέχρι τώρα, όταν πάω να του ψωνίσω ρούχα, πρώτα πάω και βαριαναστενάζω πάνω από τις κρεμάστρες με τα κοριτσίστικα, κι ύστερα με μισή καρδιά πάω στα αγορίστικα. Από τα πιο πετυχημένα πειράγματα σχετικά με την τρέλα μου, είχε πει ο αδελφός μου, όταν ήμουν έγκυος, και με έβριζαν όλοι που στραβομουτσούνιασα όταν έμαθα περί του φύλου του: «Αυτή; Όλη μέρα θα το δέρνει το παιδί, για να το κάνει μωβ!!!». Πάντως το καμάρι μου, όταν ζωγραφίζει, διαλέγει πάντα τ’ αγαπημένα του μαύρο και μπλε, και όταν θέλει να κάνει κάτι για μένα – από πολύ μικρούλης – βάζει μωβ! Μωβ δέντρα, μωβ σύννεφα... Τι κι αν δεν υπάρχουν; Η μαμά να χαρεί...

Ακόμα όλοι μου χαρίζουν ό,τι μωβ βρουν. Όταν είναι να μου πάρουν κάποιο δώρο, θα ρωτήσουν πρώτα αν υπάρχει σε μωβ. Αν δουν κάτι, κάπου, που είναι ακριβό, παλτό ας πούμε, θα με ειδοποιήσουν άμεσα, μήπως μ’ ενδιαφέρει. Ακόμα και Πασχαλινά ή Χριστουγεννιάτικα διακοσμητικά να βρουν σε μωβ, μου τα φέρνουν, γιατί «άντε να το πετύχεις!»...

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό. Κάποτε μου είχαν πει ότι επειδή είμαι Σκορπιός, και το πετράδι μου είναι ο αμέθυστος που είναι μωβ... Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω, και το είχα πει στις Μωβ-blog-ίτισσες, είναι ότι δεν ξέρω άλλο χρώμα που να προκαλεί τέτοιο πάθος σε άνθρωπο. Πολλοί έχουν κάποιο αγαπημένο, αλλά χωρίς τέτοιες ακρότητες, όπως αυτές που διαβάσατε παραπάνω. Ενώ με το μωβ, υπάρχουν πολλές σαν κι εμένα. Άρα δεν νιώθω και τόσο ούφο. Πιστεύω ότι υπάρχει κάποια εξήγηση, κι απλά δεν την ξέρουμε. Κάτι παίζεται μ’ αυτό το χρώμα.

Ένα από τα πιο τρανταχτά περιστατικά που έχω ακούσει με την μωβ-ψύχωση είναι με την κόρη μιας φίλης μου Σουηδέζας. Τονίζω την εθνικότητα, γιατί μιλάμε για τέρας ψυχραιμίας. Βρισκόμασταν σε σπίτια με τα παιδιά μας, και έβλεπες όλες τις Ελληνίδες να ουρλιάζουμε στα παιδιά μας για τα αυτονόητα κι εκείνα να μας «γράφουν», και εκείνην να μιλάει ήρεμα και γλυκά και τα παιδιά της να υπακούουν χωρίς δεύτερη κουβέντα! Γνωρίζοντας λοιπόν την τρέλα μου με το μωβ, ήρθε μια μέρα σπίτι μου για καφέ, για να μοιραστεί μαζί μου την εξής εμπειρία:

Αυτή η μαμά λοιπόν, μ’ αυτό το «άγιο» παιδί, έχουν πάει σε μαγαζί με παιδικά ρούχα να αγοράσουν ένα δώρο για παιδικό πάρτυ. Η μικρή (γύρω στα 4; 5; τότε...) βλέπει ένα συνολάκι μωβ. Το παίρνει αμέσως από την κρεμάστρα και το πάει στη μαμά της για της το αγοράσει. Η μητέρα της λέει – με τον γνωστό ήρεμο τρόπο που συνήθως αρκούσε – ότι γλυκιά μου αυτό δεν γίνεται γιατί έχουμε λεφτά να αγοράσουμε μόνο το δώρο της φιλενάδας σου. Η μικρή επιμένει, κάτι πρωτοφανές. Η μαμά εξηγεί πιο αναλυτικά ότι προέχει να αγοράσουν δώρο, κλπ. Αυτό συνεχίζεται για αρκετή ώρα, και όσο «τραβάει» τόσο ανεβαίνουν οι τόνοι, κάτι το ξανα-μανα-τονίζω εντελώς πρωτόγνωρο για τα δεδομένα τους. Και τότε, όπως μου τα είχε διηγηθεί η Σουηδέζα φίλη μου, η μικρή πέφτει στο πάτωμα με τα ρουχαλάκια αγκαλιά, τα έσφιγγε, τα φιλούσε και ούρλιαζε κλαίγοντας: «Είναι το πιο όμορφο πράγμα που έχω δει ποτέ στη ζωή μου, τα αγαπάω, τα λατρεύω, αν δεν τα πάρω θα κλαίω για πάντα»!!!!!!! Εγώ κάπου κρυφογελούσα που επιτέλους και η «Σουηδέζα» είδε τη γλύκα, γιατί δεν είχε χρειαστεί ποτέ της να αντιμετωπίσει κάτι τέτοιο. – «Τι έκανες τελικά;» της λέω, να δω πως διάολο έμεινε πιστή στις αρχές της, ότι «αν του κάνεις το χατήρι την ώρα που κάνει έτσι το παιδί, θα το ξανακάνει συνεχώς». Και μου λέει με ύφος «κι η επιστήμη σηκώνει τα χέρια»: - «Της το αγόρασα, τι άλλο μπορούσα να κάνω; Προφανώς, όσο κι αν δεν το κατανοώ, ήταν κάτι πολύ σημαντικό για εκείνην, για να φτάσει σε τέτοιες ακρότητες».
(Η μικρή Α. πάει πια σε μεγάλη τάξη του δημοτικού. Την συνάντησα μια μέρα που μόλις είχε γυρίσει από το σχολείο, και δεν γινόταν να μην προσέξω ότι φορούσε μωβ κορδέλα στα μαλλιά και είχε μωβ σάκκα. Κι εκείνη φυσικά, καρφώθηκε αμέσως στα νύχια μου και μου είπε πόσο της άρεσε το χρώμα που τα βάφω και πως όταν θα την αφήνει η μαμά της να τα βάφει, τέτοιο θα διαλέξει...)

Επανέρχομαι στο αρχικό «Γιατί Μωβ?» της Mauve_All:

Μετά από όοοοολα αυτά, νομίζω ότι δεν είναι να αναρωτιέται κανείς τι χρώμα θα διάλεγα όταν έστηνα το blog μου, ε; Τι άλλο...

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

Η Στέλλα με τα μωβ γάντια*

*(εμπνευσμένο από το γνωστό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη
"Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια")


Τη «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» τη γνωρίζουμε. Και το τέλος της γνωρίζουμε. Το γιατί είχε αυτό το τέλος – ή, για την ακρίβεια, γιατί το προτίμησε, αν όχι το επέλεξε – άλλοι το συμμερίζονται, άλλοι απλά το κατανοούν και άλλοι δεν κατάλαβαν, ούτε θα καταλάβουν ποτέ.

Ας υποθέσουμε ότι το αντίθετο της γνωστής Στέλλας (με τα κόκκινα γάντια) θα ήταν μια Στέλλα με μπλε γάντια. Πως θα ήταν; Ας πούμε κάτι σαν την Αννέτα (Βούλα Ζουμπουλάκη, στην κιν/φική μεταφορά), που θα σκότωνε προκειμένου να παντρευτεί και να νοικοκυρευτεί μ’ ένα παλικάρι σαν τον Μίλτο (Γιώργος Φούντας).

Αυτές τις δύο κατηγορίες έχει χοντρικά στο μυαλό του το κοινωνικό σύνολο. Μια κοινωνία που έχει μάθει να βάζει ταμπέλες και να κατατάσσει σε κατηγορίες. Που οτιδήποτε παρεκκλίνει, το απορρίπτει ως μη αποδεκτό, μην πω ως μη υπάρχον.

Εγώ θα σας μιλήσω για μια Στέλλα, που αγάπησε έναν Μίλτο τόσο πολύ, που προκειμένου να μπορέσει να συνυπάρξει μαζί του, έριξε λίγο μπλε στα κόκκινα γάντια της... κι αυτά έγιναν μωβ...

Στην αρχή την ξένιζε λίγο η εικόνα της στον καθρέφτη. Μωβ; Μωβ! Τα συνήθισε, τα αγάπησε. Ίσως κάπου παραδέχτηκε και πως ποτέ της δεν ήταν εντελώς κόκκινα, από πάντα τους μωβίζαν κάπως... Απλά όλοι είχαν μάθει να βλέπουν κόκκινο ή μπλε, κι έτσι την έμαθαν κι εκείνη.

Αυτή η πρώτη δόση μπλε όμως, δυστυχώς έμελλε να είναι μόνο η αρχή. Ο Μίλτος της, με πολύτιμο σύμμαχο την «κοινωνία», την έσπρωχναν να ρίχνει κάθε φορά κι άλλο λίγο, κι όσο ενέδιδε, ζητούσαν να ρίξει κι άλλο... κι άλλο... κι άλλο... Έπρεπε με κάποιο τρόπο να γίνει αποδεκτή. Να ταιριάξει. Το μωβ των γαντιών της προκαλούσε. Οι «άλλοι» δεν αναγνωρίζουν παρά τα βασικά χρώματα. Από ένα σημείο και μετά, όταν το πολύ μπλε την παραζάλισε και δεν ήξερε πόσο έχει ρίξει, γιατί το έχει ρίξει και γιατί συνεχίζει να ρίχνει, απλά άφησε ανοιχτή την κάνουλα... να ρέει...

Εκεί που θα ‘λεγε κανείς πως τώρα πια τα γάντια θα ‘πρεπε να έχουν γίνει εντελώς μπλε, ένα προσεκτικό μάτι, αν τα έβγαζε στο φως, θα έβλεπε ακόμη μια μωβ απόχρωση. Ψήγματα κόκκινου παρέμεναν πάντα... εκεί... ανεξίτηλα. Κι όχι απλώς δεν εξαφανίζονταν από το τόσο μπλε, αλλά το πολεμούσαν κιόλας. Άγριες, επώδυνες, αιματηρές μάχες... Δύο σταλίτσες κόκκινου ενάντια σε μια δεξαμενή μπλε... κι όμως... το έβλεπε κανείς καθαρά κάτω απ’ τον ήλιο: Αυτά τα γάντια ήταν μωβ. Μπλε... δεν τά’ λεγες.

Από κάθε μάχη προκύπτουν φθορές κι απώλειες. Παντού. Τα γάντια δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση ως πεδίο μάχης. Έτσι, άρχισαν να ξεφτίζουν, να μαδάνε... σύντομα είχαν γίνει σχεδόν κουρέλια. Πάντα μωβ, αλλά κουρέλια πια. Η Στέλλα έπρεπε τότε να παρέμβει. Έπρεπε να ράψει καινούργια γάντια, δεν γίνεται να είναι κανείς δίχως. Οπότε το δίλημμα πια ήταν ένα. Τι χρώμα θα ήταν τα υλικά που θα διάλεγε, ώστε να κάνει τις απαραίτητες επιδιορθώσεις.

Χίλιες φωνές... Από παντού... Κι από τους έξω... Κι από μέσα της...
«Όχι μπλε», «όχι κόκκινο», «όχι μπλε», «όχι κόκκινο»... Πάλευε να τα συμβιβάσει: «Μωβ; Γιατί όχι μωβ; Γιατί να πρέπει ή κόκκινο ή μπλε;» Αμείλικτες οι απαντήσεις: «Πρέπει να διαλέξεις ένα απ’ τα δύο, το μωβ ξέχασέ το, δεν υπάρχει, δεν πρέπει να υπάρχει, κακώς το δημιούργησες, πως τολμάς να ξεχωρίζεις, να διαφοροποιείσαι, ποια νομίζεις πως είσαι, όλες οι άλλες γυναίκες που έχουν κόκκινα ή μπλε θεωρείς πως είναι κατώτερες;»

Η Στέλλα με τα μωβ γάντια, σκέφτηκε πως αφού πρέπει οπωσδήποτε να αποβάλλει το ένα χρώμα και να κρατήσει το άλλο, πρέπει να διαλέξει αυτό που είναι πιο κοντά στη φύση της. Αφού θα πονέσει που θα πονέσει, να πάει όσο γίνεται πιο κοντά στο φυσικό της κι όχι στο «φορεμένο». Και θυμήθηκε πως σ’ αυτή τη ζωή ήρθε με κόκκινα γάντια κι όχι με μπλε. Επέλεξε να τα κάνει μωβ, όπως έχει δικαίωμα κάθε άνθρωπος να ορίζει το δρόμο του. Γεννιόμαστε μεν, διαμορφωνόμαστε δε.

Κάποια Στέλλα που θα διάλεγε να κρατήσει το μπλε, θα αφαιρούσε τα άλλα κομμάτια με επεμβάσεις χειρουργικής ακριβείας. Μια Στέλλα που διαλέγει το κόκκινο, δεν ξέρει από λεπτεπίλεπτες κινήσεις. Ούτε περιμένει το Μίλτο στη γωνία με το μαχαίρι. Το μαχαίρι το παίρνει μόνη της, το στήνει, και παίρνει φόρα για να πέσει πάνω του. Μόνο έτσι θα την πλημμυρίσει πάλι το κόκκινο... και θα ποτίσει και τα γάντια της.

Όχι πολύ... τόσο – όσο... Ίσα για να βλέπουν αυτοί που αναγνωρίζουν μόνο τα βασικά χρώματα. Να μπορούν να την κατατάξουν. Αφήστε τους να νομίζουν ότι την κατέταξαν. Ότι την έβαλαν στα κουτάκια τους. Και πάλι ένα προσεκτικό μάτι, όταν τη συναντήσει σε άπλετο, καθαρό φως, θα διακρίνει ένα γλυκό μωβ να τυλίγει τα χέρια της...